Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος γεννήθηκε στην πόλη Κράτοβα της Σερβίας από γονείς ευσεβείς, τον Δημήτριο και τη Σάρρα. Από πολύ μικρή ηλικία επιδόθηκε στη μελέτη του θείου λόγου και αργότερα έμαθε την τέχνη του χρυσοχόου. Έχασε τον πατέρα του σε νεαρή ηλικία και φοβούμενος μήπως, λόγω της ωραιότητάς του, απαχθεί στην αυλή του σουλτάνου Βαγιατζή Β' (1481 - 1512 μ.Χ.), ήλθε στην Βουλγαρία και παρέμεινε στη Σόφια πλησίον ενός ιερέα που ονομαζόταν Πέτρος. Ο ιερέας εκείνος του παρέσχε κάθε μέσο για να διδαχθεί τα ιερά γράμματα. Και έτσι ο Άγιος ζούσε βίο θεοφιλή και ασκητικό.
Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013
Άγιος νεομάρτυς Γεώργιος εκ Σερβίας(11 Φεβρουαρίου)
Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013
Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐξ Ἁλικιανοῦ τῆς Κυδωνῖας Κρήτης
Του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου
Δασκάλου, συγγραφέα
“Αθλήσει γεώργιον καινόν εδείχθης Κυρίω, Γεώργιε, ώ συναγάλλη.
Εβδομάτη Γεώργιος μελεϊσθείς Κυρίω έστη.”
ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΝΕΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυς του Χριστού γεννήθηκε στην Κρήτη, χωριό Αλικιανού Κυδωνίας, την 24η Μαΐου του 1846 από ευγενείς γονείς, τον Ιερέα Νικόλαο Διβόλη, που καταγόταν από τη Φολέγανδρο, και την Αικατερίνη Μπουζιανοπούλου, καταγόμενη από την σηματικότερη οικογένεια του Θέρισσου της Κυδωνίας. Στο Θέρισσο μετέβη και ο πατέρας του ως εφημέριος. Εκεί ο Γεώργιος ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο Γεώργιος έμαθε και λίγα γράμματα, ίσα-ίσα να μπορεί να διαβάζει. Κι όμως εκείνα τα λίγα τον ωφέλησαν ιδιαίτερα. Ο Νεομάρτυς του Χριστού, εργαζόταν ως γεωργός. Μετά τη σκληρή ολοήμερη δουλειά στα αμπέλια και έπειτα από το δείπνο, διάβαζε συναξάρια των Αγίων της Ορθοδοξίας μας, ιδιαιτέρως δε των Μαρτύρων. Αυτό το έκανε κάθε βράδυ, μέχρι τα μεσάνυχτα. Του έλεγαν μάλιστα συχνά οι γονείς του: “Παιδί μου πρέπει να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς, αύριο πάλι έχεις εργασία”. Και ο Γεώργιος συνήθιζε να τους απαντά: “Δεν αναπαύομαι ούτε κοιμούμαι ευχάριστα, εάν πρώτα δεν χορτάσω από θεία ανάγνωση”.
Δασκάλου, συγγραφέα
“Αθλήσει γεώργιον καινόν εδείχθης Κυρίω, Γεώργιε, ώ συναγάλλη.
Εβδομάτη Γεώργιος μελεϊσθείς Κυρίω έστη.”
ΚΑΤΑΓΩΓΗ – ΝΕΟΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ: Ο Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυς του Χριστού γεννήθηκε στην Κρήτη, χωριό Αλικιανού Κυδωνίας, την 24η Μαΐου του 1846 από ευγενείς γονείς, τον Ιερέα Νικόλαο Διβόλη, που καταγόταν από τη Φολέγανδρο, και την Αικατερίνη Μπουζιανοπούλου, καταγόμενη από την σηματικότερη οικογένεια του Θέρισσου της Κυδωνίας. Στο Θέρισσο μετέβη και ο πατέρας του ως εφημέριος. Εκεί ο Γεώργιος ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ο Γεώργιος έμαθε και λίγα γράμματα, ίσα-ίσα να μπορεί να διαβάζει. Κι όμως εκείνα τα λίγα τον ωφέλησαν ιδιαίτερα. Ο Νεομάρτυς του Χριστού, εργαζόταν ως γεωργός. Μετά τη σκληρή ολοήμερη δουλειά στα αμπέλια και έπειτα από το δείπνο, διάβαζε συναξάρια των Αγίων της Ορθοδοξίας μας, ιδιαιτέρως δε των Μαρτύρων. Αυτό το έκανε κάθε βράδυ, μέχρι τα μεσάνυχτα. Του έλεγαν μάλιστα συχνά οι γονείς του: “Παιδί μου πρέπει να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς, αύριο πάλι έχεις εργασία”. Και ο Γεώργιος συνήθιζε να τους απαντά: “Δεν αναπαύομαι ούτε κοιμούμαι ευχάριστα, εάν πρώτα δεν χορτάσω από θεία ανάγνωση”.
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΑΔΕΛΦΟ: Κατά το τέλος του 1865, ένα βράδυ, διάβασε τον βίο ενός Μάρτυρα και γέμισε η καρδιά του από θείο έρωτα. Τότε, στέναξε βαθειά και είπε με κατάνυξη: “Χριστέ μου, αξίωσε κι εμένα να χύσω το αίμα μου για την αγάπη σου”. Ο αδελφός του Ιωάννης, ο οποίος ήταν τυφλός και άκουγε την ανάγνωση, του είπε: “Τι λές εκεί αδελφέ μου; Δεν ξέρεις ότι για να γίνει αυτό που είπες πρέπει να εγερθεί διωγμός κατά των Χριστιανών; Και εσύ μπορεί να υποφέρεις τα μαρτύρια, αλλά πόσοι θα αρνηθούν τον Χριστό μας και θα χαθούν;” Ο Γεώργιος αναστέναξε βαθειά και είπε: “Ναι Χριστέ μου, αν είναι θέλημά σου, αξίωσέ με να χύσω το αίμα μου για την αγάπη σου, όπως κι Εσύ έχυσες το αίμα Σου για τη δική μου αγάπη”. Ο αδελφός του φύλαξε στην καρδιά του τους λόγους του αυτούς, μυστικούς. Και να λοιπόν πως τελικά εκπληρώθηκε η επιθυμία του Αγίου.
Τότε ο Γεώργιος τον ρώτησε: “τι δουλειά είναι αυτή, Μπαχρή Αγά”;
Κι εκείνος του αποκρίθηκε:
“Να γίνεις Τούρκος. Έτσι θα σωθείς”!
Ο Γεώργιος γέλασε και του λέει:
“Δεν αλλάξω την Πίστη μου, όχι μόνο αν μου χαρίσετε τη ζωή, αλλά και όλο τον κόσμο”.
Τότε ο Αγάς πρόσθεσε: “Εγώ ήθελα να σου κάμω αυτό το καλό, διότι, όταν ήμουν μικρός ακόμη θυμούμαι ότι έσπασε το πόδι του ο αδελφός μου Αρίφ και του το θεράπευσε ο πατέρας σου. Αλλά αφού δεν δέχεσαι τη συμβουλή μου, μ’ άλλον τρόπο δε μπορώ να σε σώσω κι ας είναι η αμαρτία του θανάτου σου δική σου. Όμως, δεν λυπάσαι τουλάχιστον τους γονείς σου ή την αδελφή σου και τον τυφλό αδελφό σου που θα μείνουν απροστάτευτοι; Ο πατέρας σου είναι γέρος κι άμα εσύ πεθάνεις με τέτοιο σκληρό θάνατο, οπωσδήποτε θα πεθάνει κι αυτός απ’ τη λύπη του”.
Όμως, ο ευλογημένος Γεώργιος έκλεισε το διάλογο ως εξής:
“Αν είναι καλό αυτό που θέλεις να μου κάμεις, έχε το για τον εαυτό σου, κι εγώ Τούρκος δεν γίνομαι. Χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός είμαι και χριστιανός θα αποθάνω! Μάθε δε ότι πρό πολλού επεθύμησα το Μαρτύριο και ζήτησα απ’ τον Χριστό μου να με αξιώσει να απολαύσω το Μαρτύριο. Και τώρα, ας είναι δοξασμένος που με αξίωσε, να φανώ τόσο άφρων, να καταφρονήσω τη θεία δωρεά; Μάθε μάλιστα πως εσύ έπρεπε να γίνεις Χριστιανός που είσαι γεννημένος από μητέρα Χριστιανή και γνωρίζεις απ’ αυτήν πολύ καλά τα της αγίας μας Πίστεως.
Για τους γονείς, τον αδελφό και την αδελφή μου μη σε μέλει, διότι ίσα-ίσα, άμα πεθάνω για τον Χριστό θα εύρω παρρησία προς Αυτόν και τότε θα τους προστατεύω περισσότερο και καλύτερα”!
Τότε τον παρέλαβε κατ’ ιδίαν ένας Χριστιανός αξιωματικός, ονομαζόμενος Χατζηεμμανουήλ Φουγλανάκης και του λέει:
“Βρε Γιωργάκη, κάνε αυτό που σου λέει ο Μπαχρή Αγάς, έστω για να τον ξεγελάσεις, να γλυτώσεις τη ζωή σου και όταν επιστρέψεις στο σπίτι σου, πάλι Χριστιανός είσαι και ο Θεός σε συγχωρεί, διότι βλέπει την ανάγκη”. Τότε του λέει και ο Γεώργιος: “Δεν φοβάσαι τον Θεό Καπετάν Μανώλη, να μου λες αυτά τα λόγια; Αν και δεν τα λές από κακία αλλά από πλάνη, δεν ξέρεις τι λέει το Ευαγγέλιο για αυτές τις περιστάσεις; Άκουσε τι λέει ο Χριστός:
«Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς. Όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς».
Λοιπόν, εάν πράξω όπως μου λέγεις, πρέπει ύστερα να χύσω το αίμα μου για τον Χριστό, για να αποπλύνω την άρνηση και μάλιστα εάν πράξω αυτό τώρα, θα οργισθεί ο Χριστός και θα με καταδικάσει ως καταφρονητή της μεγάλης Χάριτός του, την οποία μου έδωσε καθώς του ζήτησα. Λοιπόν ας μην έχει ελπίδα ο Μπαχρής ότι θα γίνει το θέλημά του”.
ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ: Μετά απ΄αυτά, οι στρατιώτες οδήγησαν τον Άγιο στον Αγά, ο οποίος τον ρώτησε τι αποφάσισε. Ο Γεώργιος απάντησε με χαρά και θάρρος: “Ό,τι σου είπα και πρίν, αυτό σου λέω και τώρα και αυτό θα λέω και μέχρι τελευταίας μου αναπνοής. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Δεν αρνούμαι τον Χριστό μου, δεν γίνομαι Τούρκος, δεν αφήνω την υπέρλαμπρη Πίστη μου για να πιστεύσω στην ζωώδη και σκοτεινή δική σας σατανική πλάνη”. Ο Μπαχρή Αγάς, απελπισμένος, παρέδωσε τον Άγιο στους δημίους, οι οποίοι τον παρακινούσαν να πιεί μια φιάλη ρούμι, ίσως για να μην υποφέρει, αλλά αυτός γέλασε και τους είπε: “σας ευχαριστώ, δεν θέλω ρούμι να πιώ, διότι έχω να βαδίσω μεγάλο δρόμο και πρέπει να έχω σώας τας φρένας μου”. Τότε άρχισαν να τον κακοποιούν μαζί με άλλους αιχμαλώτους. Κι όπως τον βασάνιζαν, οι άλλοι Χριστιανοί έκλαιγαν και θρηνούσαν, ο ένας τη ζωή του, ό άλλος την γυναίκα του και τα παιδιά του, αυτός ο ευλογημένος στεκόταν σαν πέτρα και όχι μόνο δεν εφώναζε αλλά ούτε καθόλου στέναζε ή δάκρυζε. Αντιθέτως, το γενναίο κρητικόπουλο, έχαιρε σαν να στεκόταν γαμπρός στην ώρα της στέψης και δόξαζε τον Θεό και τον ευχαριστούσε διότι τον αξίωσε να φθάσει σ’ αυτή την ώρα και να πάθει για την αγάπη του. Ευχαριστούσε και τους δημίους γιατί με το μαρτύριο του προξενούσαν μεγάλη δόξα και χαρά, μ’ αυτούς τους λίγους πόνους. Τους παρακαλούσε μάλιστα να του αυξήσουν την βάσανο διότι έλεγε, “όσο πιο πολύ υποφέρει για την αγάπη του Χριστού, τόσο περισσότερη τιμή θα λάβει από τον Θεό”. Αφού πρώτα του έκοψαν κι αυτού όλα του τα μέλη, τέλος του έκοψαν και την τιμία του κεφαλή, και έτσι έλαβε ο ανδρείος Γεώργιος, το στέφανο του μαρτυρίου. Ήταν η 7η Φεβρουαρίου του 1867. Το τίμιο και ιερό λείψανό του, το έριξαν οι Αγαρηνοί μαζί με τά άλλα λείψανα των φονευθέντων Χριστιανών, όλα μαζί, σε τόπο άγνωστο, μέχρι σήμερα.
ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ: Το μαρτύριο του Γεωργίου και οι διάλογοι που προηγήθηκαν τα διηγήθηκαν αυτόπτες και αυτήκοοι αξιόπιστοι μάρτυρες. Αυτά κατορθώνει η δυνατή πίστη. Οι πιστοί άγιοι του Κυρίου Μάρτυρες θυσιάζουν ακόμη και αυτή τη ζωή τους, υπέρ της ορθοδόξου ομολογίας του αγαπημένου Νυμφίου της Εκκλησίας, του Κυρίου και Θεού ημών Ιησού Χριστού. Αξίζει να προσθέσουμε, πως οι Μάρτυρες του Κυρίου, μάλιστα οι Νεομάρτυρες, είναι οι πλησιέστεροι σ’ εμάς, μεταξύ όλων των Αγίων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση του Αγίου Γεωργίου, χαίρουν μαζί με την Μεγαλόνησο και η Φολέγανδρος και η Σίκινος καθώς υπάρχουν απόγονοι του Αγίου Νεομάρτυρος που φέρουν και το ίδιο επώνυμο.
Είθε οι βίοι των Αγίων Μαρτύρων να φαιδρύνουν την ψυχή μας και να φωτίζουν με το παράδειγμά τους τις δύσκολες ατραπούς της ζωής μας γιατί: “Ζήτησε να εύρεις τον εαυτόν σου μέσα εις τους βίους των Αγίων. Θα τον εύρεις οπωσδήποτε μέσα εις αυτούς. Ακόμη θα εύρεις εκεί και τα «φάρμακα», με τα οποία ημπορείς να τον θεραπεύσεις από όλας τας πνευματικάς αρρωστίας και να τον κάνεις υγιή δια παντός. Υγιή και εις τους δύο κόσμους, εις τρόπον ώστε να μην ημπορέσει να σε βλάψει κανένας θάνατος. Θα εύρεις ακόμη μέσα εις τους βίους των Αγίων, όλα όσα χρειάζονται εις σε ώ άνθρωπε, που είσαι μία αθάνατος ύπαρξις, μία αιωνία ύπαρξις, μία θεανθρώπινη ύπαρξις, άνθρωπε! Άνθρωπε! Άνθρωπε!” [π. Ιουστίνος Πόποβιτς, «Άνθρωπος και Θεάνθρωπος»].
Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΟΥΚΛΑ
Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013
Ο Θεός θέλει να ελέγχουμε μόνον τον εαυτό μας. Εμείς όμως κάνουμε το αντίθετο.

Ελέγχουμε όλους εκτός από τον εαυτό μας.
Δεν έχει αξία, όσα καλά έργα και αν κάνουμε , όταν κρίνουμε τους άλλους κι εμείς νομίζουμε ότι είμαστε τέλειοι»
Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΩΝ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΣΛΙΔΗΣ
Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΞ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1808 μ.Χ. στο χωριό Τζούρχλι (ή Τζούραλη) της επαρχίας Γρεβενών (σήμερα φέρει την ονομασία Άγιος Γεώργιος), από γονείς φτωχούς γεωργούς, τον Κωνσταντίνο και τη Βασίλω. Ο Γεώργιος, επειδή οι γονείς του ήταν φτωχοί, παρέμεινε αγράμματος. Ορφάνεψε σε παιδική ηλικία και πήγε στα Ιωάννινα, όπου έγινε Ιπποκόμος του Χατζή Αβδουλά, αξιωματικού του Ιμίν πασά, στον οποίο και παρέμεινε για οκτώ χρόνια.
Κατά τον Οκτώβριο του 1836 μ.Χ. συκοφαντήθηκε από εχθρούς του Τούρκους, ότι δήθεν, προηγουμένως εξισλαμίστηκε και κατόπιν επανήλθε στη χριστιανική θρησκεία. Μπροστά στον κριτή ο Γεώργιος απολογήθηκε με θάρρος και απέδειξε ότι ποτέ δεν έγινε αρνησίθρησκος. Έτσι, αφού βρέθηκε και απερίτμητος τον άφησαν ελεύθερο.
Αργότερα πήρε σύζυγο ονόματι Ελένη και στις 30 Δεκεμβρίου του 1837 μ.Χ. γεννήθηκε το παιδί τους, που 8 μέρες μετά, στις 7 Ιανουαρίου, εορτή του Προδρόμου, βαπτίστηκε και, λόγω της ημέρας, έλαβε το όνομα Ιωάννης...
Στην συνέχεια, ο Γεώργιος, προσλήφθηκε Ιπποκόμος του μουσελίμη Φιλιατών και πήγε στην πόλη αυτή. Κατόπιν με άδεια του αφέντη του, ήλθε στα Ιωάννινα για δικές του υποθέσεις, όπου την 12η Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ημέρα Τετάρτη, κάποιος Οθωμανός τον συκοφάντησε ότι δήθεν ήταν προηγουμένως Τούρκος και ξανάγινε χριστιανός. Έτσι συνελήφθη, φυλακίστηκε και με τη βία οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τον αλλαξοπιστήσουν. Ο Γεώργιος όμως, παρέμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας τον Χριστό. Μάταια λαός και κλήρος προσπαθούσαν να τον πείσουν να δραπετεύσει από τη φυλακή. Αυτός επέμενε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Τρεις φορές που οδηγήθηκε στον κριτή, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του.
Έτσι τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ο Γεώργιος απαγχονίστηκε στην αγορά. Τρεις ημέρες έμεινε κρεμασμένος στην αγχόνη και στο διάστημα αυτό κάθε βράδυ ένα ουράνιο φως έλαμπε στο κεφάλι του. Από την ώρα δε εκείνη ένας καταιγισμός θαυμάτων πλημμύρισε την πόλη. Πλήθος παραλύτων και πασχόντων από ποικίλες ασθένειες προστρέχοντας στον άγιο λάμβαναν τη θεραπεία τους. Ακόμη και «μια Τούρκα (Τουρκάλα) άρπαξε την κάλτσα από το πόδι του αγίου και έτρεξεν εις μίαν άρρωστη Τούρκα, ήτις εθεραπεύθη αμέσως». Γι’ αυτό και στις εικόνες ο άγιος εικονίζεται κρεμασμένος και φορώντας κάλτσα μόνο στο ένα πόδι, η πρώτη μάλιστα εικόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ημέρες μετά το μαρτύριό του. Έπειτα, το λείψανο του, δωρήθηκε από τον Μουσταφά πασά στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ και τάφηκε με τιμές δίπλα στο ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου.
Την 26η Οκτωβρίου 1971 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, στο ναό που έφερε το όνομα του και κτίστηκε στον τόπο που πριν ήταν το σπίτι του. Ο Άγιος τιμάται και στην Κέρκυρα στην «Παναγία των ξένων», όπου εικονίζεται ως νεαρός φουστανελοφόρος.
Στην συνέχεια, ο Γεώργιος, προσλήφθηκε Ιπποκόμος του μουσελίμη Φιλιατών και πήγε στην πόλη αυτή. Κατόπιν με άδεια του αφέντη του, ήλθε στα Ιωάννινα για δικές του υποθέσεις, όπου την 12η Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ημέρα Τετάρτη, κάποιος Οθωμανός τον συκοφάντησε ότι δήθεν ήταν προηγουμένως Τούρκος και ξανάγινε χριστιανός. Έτσι συνελήφθη, φυλακίστηκε και με τη βία οι Τούρκοι προσπαθούσαν να τον αλλαξοπιστήσουν. Ο Γεώργιος όμως, παρέμεινε αμετάπειστος, ομολογώντας τον Χριστό. Μάταια λαός και κλήρος προσπαθούσαν να τον πείσουν να δραπετεύσει από τη φυλακή. Αυτός επέμενε να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Τρεις φορές που οδηγήθηκε στον κριτή, συνεχώς ομολογούσε την πίστη του.
Έτσι τη Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 1838 μ.Χ., ο Γεώργιος απαγχονίστηκε στην αγορά. Τρεις ημέρες έμεινε κρεμασμένος στην αγχόνη και στο διάστημα αυτό κάθε βράδυ ένα ουράνιο φως έλαμπε στο κεφάλι του. Από την ώρα δε εκείνη ένας καταιγισμός θαυμάτων πλημμύρισε την πόλη. Πλήθος παραλύτων και πασχόντων από ποικίλες ασθένειες προστρέχοντας στον άγιο λάμβαναν τη θεραπεία τους. Ακόμη και «μια Τούρκα (Τουρκάλα) άρπαξε την κάλτσα από το πόδι του αγίου και έτρεξεν εις μίαν άρρωστη Τούρκα, ήτις εθεραπεύθη αμέσως». Γι’ αυτό και στις εικόνες ο άγιος εικονίζεται κρεμασμένος και φορώντας κάλτσα μόνο στο ένα πόδι, η πρώτη μάλιστα εικόνα του φιλοτεχνήθηκε 13 μόλις ημέρες μετά το μαρτύριό του. Έπειτα, το λείψανο του, δωρήθηκε από τον Μουσταφά πασά στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ και τάφηκε με τιμές δίπλα στο ιερό Βήμα του Μητροπολιτικού ναού του Αγίου Αθανασίου.
Την 26η Οκτωβρίου 1971 μ.Χ. έγινε η ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, στο ναό που έφερε το όνομα του και κτίστηκε στον τόπο που πριν ήταν το σπίτι του. Ο Άγιος τιμάται και στην Κέρκυρα στην «Παναγία των ξένων», όπου εικονίζεται ως νεαρός φουστανελοφόρος.
Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΧΟΖΕΒΙΤΗΣ(8 Ιανουαρίου)

Κάποια μέρα ο γέροντας έστειλε τον υποτακτικό του στον χείμαρρο να φέρει νερό. Επειδή όμως το νερό ήταν μαζεμένο και τα καλάμια και τα ξύλα που ήσαν μπροστά ήταν πολύ πυκνά κι ο νέος ήταν ντυμένος τα ενδύματα του, δεν μπόρεσε να περάσει με το δοχείο του νερού κι επέστρεψε άπρακτος. Ο γέροντας σαν είδε τον νέο χωρίς το νερό θύμωσε και του είπε να βγάλει το ιμάτιο του, να φορέσει μόνο το επανώρασό του και χωρίς να αντείπει υπάκουσε και πήγε. Επειδή όμως αυτός άργησε και στο μεταξύ κτύπησε ο κώδωνας για το τραπέζι, ο γέροντας έκρυψε το ιμάτιο του παιδιού και πήγε στο φαγητό. Όταν ο νέος επέστρεψε και δεν βρήκε ούτε το ιμάτιο του, ούτε τον γέροντα, πήγε στη μονή χωρίς το ζωστικό και κτύπησε την πόρτα. Όταν ο μοναχός που ήρθε να του ανοίξει τον είδε έτσι γυμνό, τον ρώτησε τι του συνέβη. Κι όταν ο νεαρός του εξήγησε, πήγε και του έφερε ένα ιμάτιο, το όποιο εφόρεσε και μπήκε στο μοναστήρι. Τη στιγμή που έμπαινε, ο γέροντας που τον είδε εκεί μπροστά από τους τάφους των αγίων πέντε Πατέρων, χωρίς οίκτο και με θυμό αδικαιολόγητο του έδωκε ένα δυνατό ράπισμα λέγοντας του:
- Γιατί άργησες;
Την ίδια στιγμή το χέρι τού γέροντα ξηράνθηκε ολόκληρο και δεν κουνιότανε καθόλου. Συντετριμμένος ο αββάς από την τιμωρία που τον βρήκε, έπεσε μπροστά στα πόδια του νεαρού υποτακτικού του και τον παρακαλούσε λέγοντας:
— Παιδί μου, συγχώρεσε με και μη με φανερώσεις. Έφταιξα. Πολύ έφταιξα. Μη με διαπομπεύσεις, αλλά παρακάλεσε τον Θεό να με συγχωρήσει και να με κάμει καλά.
Ο νεαρός μοναχός βαθιά λυπημένος για το πάθημα του γέροντα, του είπε με ταπείνωση και συντριβή:
— Πήγαινε, πάτερ, εκεί στους τάφους των αγίων Πατέρων, βάλε μετάνοια κι αυτοί θα σε θεραπεύσουν.
Ο γέροντας όμως επέμενε.
Παιδί μου, σε σένα έφταιξα. Σύ παρακάλεσε τον Θεό να με σπλαγχνιστεί και να με συγχωρήσει.Τότε ο νεαρός, αφού πήρε από το χέρι τον γέροντα, τον οδήγησε εκεί στους τάφους κι αφού έβαλαν βαθιά μετάνοια, προσευχήθηκαν και το θαύμα έγινε. Το χέρι ξαναγύρισε στη φυσική του κατάσταση. Μα κι η ψυχή του γέροντα μαλάκωσε. Ο θυμός παραμέρισε κι η πραότητα μαζί με τη συγκατάβαση στήσανε στην καρδιά του τον θρόνο τους.
Ένα τέτοιο θαύμα ήταν και τούτο. Κάποια μέρα ένας γεωργός από την Ιεριχώ, γνωστός και φίλος των δύο ασκητών, ήρθε στη Λαύρα, με ένα ζεμπίλι από διάφορους καρπούς που εγεωργούσε και κτύπησε τη θύρα του κελιού τους. Ο Γεώργιος πήγε κι άνοιξε την πόρτα και τον προσκάλεσε να μπει μέσα. Ο επισκέπτης μόλις μπήκε έβαλε μια μετάνοια κι αφού τοποθέτησε το ζεμπίλι με τα δώρα παρακάλεσε θερμά τους αββάδες να ευλογήσουν τους καρπούς οπότε κάτω από αυτούς με μεγάλη έκπληξη τι βλέπουν; Ένα νήπιο νεκρό. Ήταν το νεογέννητο παιδί του επισκέπτη που είχεν αποθάνει κι αυτός το έφερε στους αββάδες με τη γλυκιά ελπίδα πώς αυτοί θα μπορούσαν να το αναστήσουν και να του το ξαναδώσουν ζωντανό. Ο αββάς Ηρακλείδης σαν το είδε με τρόμο και ταραχή είπε στον αδελφό του: «Πήγαινε και κάλεσε τον άνθρωπο να 'ρθει να πάρει το ζεμπίλι με τα πράγματα που έφερε. Μας βάζει, πες του σε μεγάλο πειρασμό, Κύριε, αναφώνησε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς».
Πάτερ μου, μη στενοχωρείσαι και μη ταράττεσαι. Αλλά έλα να παρακαλέσουμε με πίστη τον Πολυεύσπλαγχνο και Πανοικτίρμονα Θεό να κάμει το θαύμα του. Κι αν μας ακούσει η ευσπλαγχνία του κι αναστήσει το παιδί, ευλογημένο ας είναι στους αιώνες το Πανάγιο Όνομα Του. Τότε καλούμε τον πατέρα και του δίνουμε το παιδί του, όπως πίστεψε. Αν όμως η αγαθότητα του Θεού δεν θελήσει, για λόγους που γνωρίζει Εκείνος, να γίνει το θαύμα, τότε πάλι καλούμε τον πατέρα και του εξηγούμε, πώς κι εμείς αμαρτωλοί άνθρωποι είμεθα και δεν έχουμε τέτοια παρρησία, ώστε να επιτύχουμε αυτό που ποθεί τόσο εκείνος, όσο κι εμείς. Στα λόγια του Γεωργίου ο αββάς Ηρακλείδης επείσθηκε. Τότε κι οι δύο οι πατέρες αφού γονάτισαν, με δάκρυα στα μάτια και καρδιά ραγισμένη άρχισαν να προσεύχονται... Δεν πέρασε πολλή ώρα και το θαύμα έγινε. Ο φιλάνθρωπος Θεός που ακούει πάντα τις προσευχές των παιδιών του που γίνονται με πίστη, άκουσε και των πιστών αββάδων την παράκληση. Το νεκρό παιδί κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια κι αφήκε ένα ελαφρό κλαψούρισμα. Οι ευλαβείς ασκητές με την ψυχή πλημμυρισμένη από ευγνωμοσύνη άνοιξαν την πόρτα κι εκάλεσαν μέσα τον πατέρα του παιδιού και του είπαν:
-Αδελφέ μας, η αγάπη του Θεού, κατά την πίστη που έδειξες σ' Αυτόν, σου δίνει το παιδί σου πίσω ζωντανό. Πάρε το και δόξαζε τον με όλη σου την ψυχή, αλλά και μην αναφέρεις σε κανένα τίποτα από ό,τι έγινε.
Ο ευλαβής πατέρας με δάκρυα χαράς πήρε στην αγκαλιά του το αγαπημένο του παιδί και βγήκε δοξολογώντας από τα βάθη της ψυχής του τον φιλάνθρωπο Θεό. Έφυγε κι αφήκε πίσω τους αββάδες να συνεχίζουν τον αγώνα τους. Αγώνα κουραστικής σκληραγωγίας του κορμιού, αγώνα συνεχούς προσευχής.
Ύστερα από τον θάνατο του αββά Ηρακλείδη, αδελφού ομογάλακτου, συμμοναστού όμως και συναθλητού του αββά Γεωργίου, τότε κι αυτός εγκατέλειψε τη Λαύρα και ξαναγύρισε στο μοναστήρι του Χοζεβά από το οποίο ξεκίνησε. Και στο περιβάλλον αυτό η ζωή του ταπεινού αββά συνεχίζεται σαν την προηγούμενη του ζωή στη Λαύρα. Κι εδώ η αυστηρή νηστεία, μαζί με την υπερβολική αγρυπνία και θερμή προσευχή αποτελούν την καθημερινή του ενασχόληση. Η νηστεία μάλιστα στην οποία υπέβαλλε τον εαυτό του, όπως μας λέει ο μαθητής του ο όσιος Αντώνιος, αυτός που έγραψε και τη βιογραφία του, είχε φτάσει στο κατακόρυφο. Αλλά και στη μελέτη και την προσευχή είχε ξεπεράσει όλους εκεί τους συμμοναστές του. Χωρίς καμιά υπερβολή μπορούσε να έλεγε για τη ζωή του. «Ζω δε ούκέτι εγώ• ζει δε εν εμοί Χριστός». (Γαλ. β', 20). Οι άνθρωποι που τον έβλεπαν τον εθαύμαζαν. Κι οι δαίμονες τον έτρεμαν για την αυταπάρνηση και την υπομονή του.
Και οι δύο πολεμιστής της ψυχής αγωνίστηκαν για πολλά χρόνια μαζί. Εκεί, ο Άγιος Γεώργιος χειροτονήθηκε διάκονος. Ήδη, από εκείνη την εποχή, ο Άγιος Γεώργιος έχει φθάσει σε τέτοια πνευματική τελειότητα, που έλαβε από το Θεό, το δώρο να κάνει θαύματα. Μετά το θάνατο του αδελφού του, ο οποίος έχει συμπληρώσει την ηλικία των εβδομήντα ετών, ο Άγιος Γεώργιος επέστρεψε στη Μονή του Χοζεβά όπου συνέχισε την σκληρή ασκητική ζωή. Έτρωγε ελάχιστα, και αυτό κάθε 2-3 μέρες, ποτέ δεν φορούσε καινούργια ρούχα, αλλά έντυνε τον εαυτό του με παλιά κουρέλια.
Για πολλά χρόνια έκανε την διακονία του ψωμά, έτσι ώστε οι αδελφοί τον αποκαλούσαν «σιδερένιο» επειδή δεν καιγόταν από τα κάρβουνα. O Άγιος αντιμετώπιζε με αγάπη όλους τους αδελφούς μοναχούς και έβλεπε με πραότητα και ταπεινοφροσύνη όλους όσους έρχονταν για να τον συναντήσουν.
Το θάνατο του Αγίου Γεωργίου έχει περιγράψει ο υποτακτικός του Αντώνιος.Ξαπλωμένος στο νεκροκρέβατό του, ο Άγιος Γεώργιος έστειλε έναν από τους αδελφούς στον Αντώνιο, μηνώντας του να πάει κοντά του για να τον αποχαιρετίσει. Ο Αντώνιος που τότε ήταν κάτω από την υπακοή να δέχεται προσκυνητές στο αρχονταρίκι, ένιωσε πολύ θλίψη που δεν μπορούσε να φύγει και ν' αποχαιρετήσει τον αββά του. 'Όμως, ο Άγιος Γεώργιος, έχοντας μάθει από τον αγγελιοφόρο ότι ο Αντώνιος εκτελούσε υπακοή, υποσχέθηκε να τον περιμένει.Πράγματι, όταν ο Αντώνιος έσπευσε τα μεσάνυχτα στον ετοιμοθάνατο αββά, αυτός ήταν ακόμα ζωντανός. Ο Άγιος αποχαιρέτησε τον αγαπημένο υποτακτικό του, στη συνέχεια στράφηκε προς τα ανατολικά, και είπε τρεις φορές: «αποδήμησε, ω ψυχή μου, τώρα εν Κυρίω, αποδήμησε» και πέθανε ειρηνικά.
Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του Χοζεβίτη εορτάζεται στις 8 Ιανουαρίου
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









