Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ἅη μου Γιώργη ῾φέντη μου, καλέ μου καβαλάρη... ~ (To δημοτικό τραγούδι του Αϊ-Γιώργη ) ~


❧ Το δημοτικό τραγούδι του Αϊ-Γιώργη ανήκει στα πιο γνωστά και αγαπημένα της ελληνικής παράδοσης, συνδυάζοντας τον θρύλο με τη λαϊκή πίστη. Μέσα από τη μορφή του Αγίου, προβάλλεται ο αγώνας του καλού απέναντι στο κακό, συμβολισμένος στη δρακοντοκτονία και τη σωτηρία της βασιλοπούλας. Θεωρείται ότι διασώζει αρχαία μυθολογικά μοτίβα, που μεταπλάστηκαν στη χριστιανική παράδοση και επιβίωσαν ιδιαίτερα στον χώρο της Καππαδοκίας.
Σώζεται σε πολλές τοπικές παραλλαγές. Παραθέτουμε την δωδεκανησιακή παραλλαγή.
____________

❝ Ἅη μου Γιώργη ῾φέντη μου, καλέ μου καβαλάρη,
ἁρματωμένε μὲ σπαθὶ καὶ μὲ χρουσὸν κοντάρι.
Ἄγγελος εἶσαι στὴ θωριά, ἅγιος στὴ θεότη,
παρακαλῶ σε βό᾿θα μου, καλέ μου στρατιώτη,
ἀπὸ τὸ ἄγριο θεριὸν καὶ δράκοντα μεγάλον,
ὅπου τοῦ παίρνασι ἄθρωπον καθὰ πορνὸν¹ καὶ ἄλλο.
Ἂ᾿ δὲ τοῦ παίρνασι ἄθρωπον καθὰ πορνὸν¹ στὴν ὧραν
νερόν δὲν ἔφηνεν νὰ πιεῖ κανένας μὲς στὴ χώρα.

Τὰ μπουλετιὰ² ἐρίξασι τίνος θέλουν νὰ τύχουν
κι ετύχασι ντὰ μπουλετιὰ πρὸς τὴν βασιλοπούλα.
Ἐτύχασι ντὰ μπουλετιὰ πρὸς τὴν βασιλοπούλα,
ὅπου τὴν εἶχε ἡ μάνα της μόνιαν³ κι ἀκριβοπούλα.

Ὁ βασιλιὰς σὰν τό ᾿μαθε πολὺ βαρὺν τοῦ ᾿φάνη.
Οὕλον τὸ βιός μου πᾶρτε το καὶ τὸ παιδί μου ἀφῆστε.
Λαὸς σηκώστη ἀρίφνητος⁴ στὸν βασιλιά καὶ πάει.
— Γιὰ δῶς μας τὸ παιδάκι σου γιὰ παίρνομε κι ἐσένα.
— Πᾶρτε την καὶ στολίστε την μ᾿ ἀτίμητα πετράδια,
μὲ ἀργυρὰ καὶ μὲ χρουσὰ κι οὕλο μαργαριτάρια.

Νύφη νὰ τήνε ντύσετε ὁ δράκος νὰ τὴ σκίσει
καὶ τ᾿ ὄμορφόν της τὸ κορμὶ νὰ τὸ γλυκομασήσει.
Στὰ μάρμαρα τοῦ πηγαδιοῦ ρίξαν τὴν ἁλεσίδα
κι ἐδέσαν τη τὴν ὄμορφη κι ἄτυχην κορασίδα.
Ὁ Ἅης Γιώργης τό ᾿μαθε καὶ θέλει νὰ τὴ σώσει
καὶ ᾿που τὸ ἄγριο θεριὸ νὰ τὴν ἐλευτερώσει.

Τὸ γρίβαν⁵ του ἐκαλλίκεψε⁶ καὶ πάει νὰ τὸν ποτίσει
καὶ στο νερὸν τοῦ πηγαδιοῦ ἐπή᾿ε νὰ καθίσει.
Γυρίζει ἡ κόρη τὸν θωρεῖ μὲ δακρυσμένο βλέμμα.
— Φύ᾿ε, τοῦ λέει, ᾿φέντη μου, γιατὶ θὰ φάει κι ἐσένα
ἐτοῦτο τ᾿ ἄγριο θεριὸν ὁποὺ θὰ φάει ἐμένα.

— Ἄφησ᾿ με, κόρη, ἄφησ᾿ με λιγάκι νὰ ξαπλώσω,
λιγάκι νὰ ξεκουραστῶ κι ἐγὼ ἔν᾿ νὰ σὲ γλιτώσω.
Ὁ ἅγιος κοιμήθηκε καὶ τὸ θεριὸ σιμώνει,
οὕλα τὰ ὅρη σείουνται, τὰ δέντρα ξεριζώνει.

— Σήκου, τοῦ λέει, ᾿φέντη μου, καὶ τὸ νερόν ἀφρίζει
κι ὁ δράκοντας τὰ δόντια του γιὰ μένα τ᾿ ἀκονίζει.
Σηκώθηκεν ὁ ἅγιος σὰν παραλοϊσμένος⁷
καὶ τὸ κοντάριν του ἕρπαξε ὡς ἦτο μαθημένος.

Μιὰ γκονταριὰν τοῦ τράβηξεν τοῦ δράκοντα στὸ στόμα
καὶ τὸ θεριόν κυλίστηκε χαμαὶ στῆς γῆς τὸ χῶμα.
— Σύρε, κόρη, στὸ σπίτι σου καὶ σύρε στοὺς γονεῖς σου
καὶ πές τως ποιός σοῦ γλίτωσε σήμερον τὴ ζωή σου.

Κι ἐπιλοάται⁸ ὁ βασιλὰς στὸν ἅγιο καὶ λέει:
— Χαλάλι σου τὰ πλούτη μου, χαλάλιν τὸ παιδί μου.
χαλάλιν κι ἡ κορώνα μου πού ᾿χω στὴν κεφαλή μου.
— Χαίρου τα καὶ τὰ πλούτη σου, χαίρου καὶ τὸ παιδί σου,
χαίρου καὶ τὴν κορώνα σου πού ᾿χεις στὴν κεφαλή σου.

— Γιὰ πέ μου, νέε ἔνδοξε, πῶς εἶναι τ᾿ ὄνομά σου,
γιὰ νὰ σοῦ κάμω χάρισμα νά ᾿ναι τῆς ἀρεσκειᾶς σου.
— Γεώργιο μὲ λέουσιν ᾿ποὺ τὴν Καππαδοκία.
Θέλεις νὰ κάμεις χάρισμα χτίσε μιὰν ἐκκλησία
καὶ πιάσε καὶ ζωγράφισε Χριστὸν καὶ Πανα᾿ία.
Καὶ στὴ δεξιά της τὴ μεριὰ βάλ᾿ ἕνα καβαλάρη,
ἁρματωμένο μὲ σπαθὶ καὶ μ᾿ ἀργυρὸν κοντάρι❞.
---
Γλωσσάρι
______________
¹ πορνὸν = πουρνό (πρωί)
² μπουλετιὰ = κλήρος
³ μόνια = μοναχοπαίδι
⁴ ἀρίφνητος = αμέτρητος
⁵ γρίβας = άλογο
⁶ ἐκαλλίκεψε = καβαλίκευσε
⁷ παραλοϊσμένος = παραλογισμένος, μανιασμένος (εκτός εαυτού)
⁸ ἐπιλοάται = λέει

Ο «Καππαδόκης» Άγιος Γεώργιος


Οι Τούρκοι αναστηλώνουν εκκλησία.Θέλουν να ξαναζωντανέψουν ελληνικό χωριό

Στην καρδιά της Καππαδοκίας, εκεί όπου οι πέτρες έχουν σμιλευτεί από τον άνεμο και τον χρόνο. Η μικρή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Γκιουλελέζ της περιοχής Γεσίλ – Χισάρ, κοντά στην Καισάρεια ετοιμάζεται να ξαναζωντανέψει μέσα από ένα φιλόδοξο έργο αποκατάστασης . Σκαλισμένη μέσα στο βράχο , όπως πολλές άλλες της Καππαδοκίας, χρονολογείται πιθανότατα στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Οι τοιχογραφίες της εκκλησίας, που απεικονίζουν σκηνές από τη ζωή και τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου, φέρουν τα σημάδια της φθοράς, αλλά και της βαθιάς ευλάβειας που τη συνόδευσε μέσα στους αιώνες. Σήμερα ομάδες συντηρητών και αρχαιολόγων εργάζονται για να διασώσουν κάθε πινελιά χρώματος και κάθε ίχνος ιστορίας.

Το χωριό του Αγίου
Κατά τα αγιολόγια ο πατέρας του Γεωργίου ανήκε σε πλούσια και σημαντική γενιά της Καππαδοκίας. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε στο Γκιουζελέζ – σε παλαιό χειρόγραφο αναφέρεται η Γεωργία, της οποίας είναι προστάτης. Η περιοχή γύρω από το συγκεκριμένο χωριό είναι γεμάτη ίχνη από παλαιούς χριστιανικούς οικισμούς και εκκλησίες , σπηλαιώδεις κατοικίες και μοναστήρια που θυμίζουν τη χρυσή εποχή του πρώιμου Χριστιανισμού στην Καππαδοκία. Οι «νεραϊδοκαμινάδες», όπως ονομάζονται οι εντυπωσιακοί βραχώδεις σχηματισμοί, πλαισιώνουν το χτιστό ναό .

Η αναγέννηση του μνημείου
Το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού της Τουρκίας έχει αναλάβει την αποκατάσταση, με στόχο τη δημιουργία ενός νέου προορισμού πολιτιστικού τουρισμού. Όπως αναγγέλλει ο Ομέρ Τοσούν, πρόεδρος της Ένωσης Επενδυτών Τουρισμού της Καππαδοκίας, η εκκλησία θα λειτουργήσει «ως τόπος σεβασμού και περισυλλογής» .
Ο Άγιος Γεώργιος τιμάται και από την Ορθόδοξη και από την Καθολική Εκκλησία , και είναι ο προστάτης της Αγγλίας, της Μόσχας και της Βραζιλίας. Ο Ομέρ Τοσούν διηγείται με συγκίνηση πως ένας γνωστός Βραζιλιάνος σκηνοθέτης ζήτησε να γνωρίσει το «χωριό του Καππαδόκη Αγίου». Όταν αντίκρισε την αγιογραφία του, δάκρυσε. «Είναι απίστευτο να στέκεσαι εκεί, που γεννήθηκε ένας άγιος που ενώνει την Ανατολή και τη Δύση», είπε.

Η ευρύτερη περιοχή
Σε κοντινή απόσταση βρίσκονται η Ποταμιά, ένα αμιγώς ελληνικό χωριό. Εκεί υπάρχει μια πρωτοχριστιανική μεγάλη, αλλά ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου και μια άλλη νεότερη του 1870, που λειτουργούσε ως το 1923-24, μέχρι την ανταλλαγή. Σήμερα είναι τζαμί. Τα ελληνικά εγκαταλελειμμένα πέτρινα σπίτια και το παλιό δημοτικό σχολείο του 1913 αναμένεται να ενταχθούν στο αναστηλωτικό πρόγραμμα. Οι τοπικές αρχές σχεδιάζουν να μετατρέψουν τα ιστορικά αυτά κτήρια σε πολιτιστικούς χώρους και ξενώνες, δίνοντας νέα πνοή στον τόπο.

Πηγή: Η Ναυτεμπορική 31.10.2025
Βιβλιογραφία: Άρθρο από το περιοδικό «Βιθυνιακά Χρονικά». Έτος ΙΕ΄, Τεύχος 55, Απρίλιος – Ιούνιος 2026, σελ. 12
Από το Αρχείο της Βιβλιοθήκης της ΕΣΤΙΑΣ Ν. Σμύρνης

ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΣΙΤΡΕΙΣ Τ' ΑΠΡΙΛΗ !!!

Ν. Γκάτσου-Μ. Χατζιδάκη


Στις εικοσιτρείς τ' Απρίλη
δυο κοπέλες τού χωριού
πήγαν κι άναψαν καντήλι
στο ξωκλήσι τ' Αη- Γιωργιού.

Και την Κυριακή το δείλι
με πεσμένα τα φτερά
ξαναφάνηκαν οι φίλοι
παίζοντας τον ταμπουρά.

Σπίτι μου, σπιτάκι μου,
φτωχοκαλυβάκι μου,
τραγουδούσανε οι φίλοι
με χαμόγελο στα χείλη.

Σπίτι μου, σπιτάκι μου,
φτωχοκαλυβάκι μου,
τραγουδάνε, τραγουδάνε
και στην εκκλησιά τραβάνε.

Στις εικοσιτρείς τ' Απρίλη
όλες οι νοικοκυρές
βγήκανε στο παραθύρι
για να δουν διπλές χαρές.

Τέτοια η ζωή μάς δίνει
κι άλλα μεγαλύτερα
κι έζησαν καλά εκείνοι
μα κι εμείς καλύτερα.
....................................................................
Υγ :
Οι παραπάνω θεσπέσιοι στίχοι τού Νίκου Γκάτσου
ανακαλούν έναν κόσμο όπου η ζωή δεν μετριέται με όρους παραγωγικότητας, άγχους ή κοινωνικής επίδοσης, αλλά με όρους εμπειρίας,κοινότητας και υπέρβασης.
Με αφορμή τη φαινομενικά απλή σκηνή ενός χωριού, ο ποιητικός λόγος υψώνει ένα άπειρο σύμπαν αξιών,που αντιμάχεται, σιωπηλά,πότε τη σύγχρονη συνθήκη τής ψυχικής φθοράς
και πότε την κάθε έκφραση ανθρώπινης φιλαυτίας, ναρκισσισμού και ματαιότητας.
Στο κέντρο αυτής τής ποιητικής πραγματικότητα εντοπίζεται, πρωταγωνιστικά,το ξωκλήσι τού Αη-Γιώργη.
Ένα σημείο συνάντησης του ανθρώπου με την έννοια του ιερού μέσα στην ίδια την ιερότητα της φύσης.
Τόσο μικροσκοπικό το ξωκλήσι του Γκάτσου,και συνάμα τόσο δυσθεώρητο και πελώριο,αφού καταφέρνει να μετατρέπεται σε καταφώτεινη αφετηρία διαπόρθμευσης από τη βασανοφόρο γη προς τον ξέγνοιαστο καβαλάρη
και αρχηγέτη ουρανό.
Κι εντός αυτού τού ποιητικού πλαισίου,ιδού και η πράξη ανάμματος του καντηλιού να αποκτά βαθύ συμβολικό βάρος,ξεφεύγοντας κατά πολύ
από μία τυπική,θρησκευτική χειρονομία.
Στα σπλάχνα αυτής τής λιλιπούτειας φλόγας η στεντόρεια πράξη τιμής και μνήμης.
Η απόδοση ιερής ευγνωμοσύνης προς έναν γλυκύτατο κι αξιαγάπητο άγιο που, μέσα από τον μαρτυρικό του βίο,κατάφερε όχι μόνο να υπερβεί την ιστορικότητα και να ενταχθεί στο υπέρλογο πεδίοτής ατραυμάτιστης κι ατρόμακτης αιωνιότητας,αλλά και να εκσφενδονίζει, διαιώνια, στην έντιμη καρδιά βέλη ευαισθησίας,βέλη εγρήγορσης,βέλη αγιομιμητισμού.

Διότι ο Αη - Γιώργης, ο Άη - Γιώργης μας,ο δρακοκτόνος πάνω στο άλογό του,στα σίγουρα, δεν είναι μόνο η γνωστή σε όλους μας εικονογραφική παράσταση.

Πρόκειται για την απόλυτη ενσάρκωση της νίκης τού πνευματικού ( μας ) αγώνα μπροστά στις δυνάμεις τής φθοράς,στους μηχανισμούς τής καταπίεσης,στα δίκτυα τού σκότους.
Σε μια ταυτόχρονη δράση ανάγνωσης,ιδιαίτερη σημασία έχει
και η παρουσία τής κοινότητας των φίλων, οι οποίοι παίζουν μουσική
μέσα στους υπέροχους αυτούς στίχους.
Ο ταμπουράς, τα τραγούδια,και η συλλογική συμμετοχή συγκροτούν το ανεκτίμητο κάδρο μιας βαθιάς ανθρωπολογικής πράξης επανασύνδεσης.
Μέσα από την ψυχαγωγική και όχι διασκεδαστική μουσική,
οι άνθρωποι ξεδιψούν την ψυχή τουςμε τα αθάνατα ύδατα της ποίησης,
"ξαναβγάζοντας τα φτερά τους ",
δηλαδή, ανακτώντας είτε τη χαμένη τους εσωτερική γαλήνη, είτε την ελπίδα τους,είτε το Μεγάλο τους Όνειρο.
Σε αντίθεση με τον σύγχρονο καταθλιπτικό κόσμο τής απομόνωσης και της ατομικότητας,εδώ η ύπαρξη καταξιώνεται και πραγματώνεται μόνο στην κεντρική σκηνή τής παρηγορητικής συνάντησης και στη βαθιά θέρμη τής συλλογικότητας.

Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη φράση του ρεφρέν«Σπίτι μου, σπιτάκι μου,φτωχοκαλυβάκι μου» που εννοείται πως δεν τοποθετείται τυχαία από τον μεγάλο μας ποιητή,χρησιμοποιείται από εκείνον όχι ασφαλώς για να δηλωθεί η φτώχεια με την υλική έννοια,μα για να αναδειχθεί και να επιδιωχθεί ο αμύθητος πλούτος,τής εσωτερικής πληρότητας,της πνευματικής ευτυχίας,και βεβαίως, των ανθρώπινων,ακριβών συναισθημάτων.

Απέναντι στην άνευ προηγουμένου σύγχρονη φτώχια τής αυτοπροβολής, της κατανάλωσης και της κοινωνικής αλαζονείας, ο Γκάτσος προτείνει αναμφισβήτητα έναν κόσμο όπου η ανυπολόγιστη χαρά
γεννιέται από τα τόσο απλά, αλλά σε καμία περίπτωση απλοϊκά πράγματα:
τη Φύση,τη Φιλία,τη Μουσική,την Πίστη,τη Συνύπαρξη.
Με άλλα λόγια, το άνω ποίημα δε γράφτηκε με σκοπό την αναπόληση
ενός «παλιού καλού κόσμου».
Όπως κάθε ποίημα του Γκάτσου έτσι και το συγκεκριμένο δημιουργήθηκε για να λειτουργεί,σε διαχρονικό επίπεδο,ως μια διαρκής υπενθύμιση προς όλους μας,ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να ξαναβρεθεί — όχι ως αναπαράσταση, αλλά ως τρόπος ύπαρξης.
Με την πιο εγκάρδια ευχή να ασπαστούμε όλοι μας αυτόν τον κόσμο των θαυμάτων που τόσο εξαίσια περιγράφει η ποιητική πνοή τού μεγάλου μας ποιητή.
Τούτος ο κόσμος υπομονετικά κι αγαπητικά περιμένει τον καθένα μας,
και μάς καλεί για να προσφέρει, απλόχερα,τα αξόδευτα χάδια του
μέσα από το αστείρευτο φιλόστοργο τής θεϊκής τού αγκάλης.
Πανέμορφοι άνθρωποι,έτη αιώνια κι ευλογημένα στις εορτάζουσες και εορτάζοντες.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ !!!

Η Πολεμική Σημαία του Ηρωϊκού 5ου Συντάγματος Πεζικού


Στη φωτογραφία είναι η Πολεμική Σημαία του Ηρωϊκού 5ου Συντάγματος Πεζικού. Η αντίσταση του στο 731 Ύψωμα καθόρισε την Νίκη του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου.
Έχει γραφεί στην Ιστορία, ως η σύγχρονη Μάχη των Θερμοπυλών.
Η Σημαία αυτή φυλάσσεται στο Πολεμικό Μουσείο της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών, στα Τρίκαλα.

Το ερημικό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο ακρωτήριο Πάπας της Ικαρίας.


Το ερημικό και απρόσιτο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο ακρωτήριο Πάπας της Ικαρίας. Τον χειμώνα σκεπάζεται από τα κύματα...
( φωτογραφία Έκτορας Γασπαράτος )

Στον Άη Γιώργη τον Ποτηρά ή Αντιφωνητή!


Ψηλά, εκεί στην κορυφή του πέμπτου λόφου, στον Άη Γιώργη τον Ποτηρά ή Αντιφωνητή!
Σήμερα τιμούμε όχι μόνο τη μνήμη του Αγίου που γιορτάζει, αλλά και την επίμονη παρουσία μιας ρωμαίικης εκκλησίας μέσα στην καρδιά της "Μικρής Τεχεράνης", στη συνοικία Τσιαρσιάμπα (Çarşamba).
Ο Άγιος Γεώργιος Ποτηράς ήταν η πιο λαϊκή ενορία του Φαναρίου. Το όνομα Ποτηράς το χρωστάει στον Μεγάλο Λογοθέτη Γεώργιο Ποτηρά, ενώ η ονομασία Αντιφωνητής διασώζει την ανάμνηση ενός θαύματος κατά το οποίο η εικόνα του Χριστού "αντιφώνησε", σώζοντας έναν χριστιανό από άδικη κατηγορία.


Ο ναός είναι εντυπωσιακή σε μέγεθος, τρίκλιτη, ξυλόστεγη βασιλική, κτίσμα κομψό του 1830, λιθόκτιστο, με καμπαναριό σιδερένιο κι᾽ έναν πολύ ωραίο πρόναο. Περιβάλλεται από μεγάλη, όμορφη αυλή που περιλαμβάνει διάφορα κτίσματα, ανάμεσά τους και δύο σχολεία για τα παιδιά της ενορίας, κατά τον κλασικό τρόπο των ρωμαίικων ενοριών. Βρίσκεται σε καλή κατάσταση γιατί στα 1998 ανακαινίστηκε από τους αδελφούς Ελματζίογλου.
Η διεύθυνση:
Balat, Murat Molla Sokaǧi No:39, 34087 Fatih
Γύρω από το ναό σφύζει η διαβόητη αδελφότητα Ισμαήλ Αγά

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Όποιος με πίστη και δάκρυα τον επικαλείται, όποιος σ' αυτόν προσεύχεται με μετάνοια ψυχής, πετά σε βοήθειά του ο Άγιος Γεώργιος.


Ο Γεώργιος, Άγιος και Τροπαιοφόρος, βαδίζει ακόμη και τώρα ανάμεσά μας με σταυροφόρο λόγχη. Το δίκαιο προασπίζεται, στηλιτεύει το άδικο. Όποιος με πίστη και δάκρυα τον επικαλείται, όποιος σ' αυτόν προσεύχεται με μετάνοια ψυχής, πετά σε βοήθειά του ο Άγιος Γεώργιος.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς(✞ 5 Μαρτίου 1956)

Τρίτη 22 Απριλίου 2025

''Τρέχε Γεώργιε, να φθάσεις τον Ποθούμενο Κύριο''.



Θυμάστε εκεί που λέγει στο Μαρτύριό του ότι, όταν μεταξύ των άλλων βασανιστηρίων του φόρεσαν τα πυρακτωμένα σιδηρά υποδήματα, τα οποία από μέσα είχαν και καρφιά και τον διέταξαν να τρέχει, ο Άγιος Γεώργιος περιχαρής έτρεχε και έλεγε:
- Τρέχε Γεώργιε, να φθάσεις τον Ποθούμενο Κύριο.
Ας το κάνουμε ο καθένας για τον εαυτό του. ''Τρέχε, Νικόλαε, Βασίλειε, Δημήτριε (ο καθένας ό,τι όνομα έχει) να φθάσεις τον Ποθούμενο Κύριο''.
Τί ωραίο πράγμα όλη μας η ζωή να γίνει ένα τρέξιμο, ένας πόθος, μία ανάβαση προς τον Ποθούμενο Κύριο!

(†) Αρχ. Γεώργιος Καψάνης
Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους.

Xρόνια αφουγκραζόταν τον καβαλάρη να έρχεται καλπάζοντας από μακριά, από την Καππαδόκων χώρα...



  Xρόνια αφουγκραζόταν τον καβαλάρη να έρχεται καλπάζοντας από μακριά, από την Καππαδόκων χώρα, κατάφρακτο με τα όπλα του Αγίου Πνεύματος, ζωσμένο τω της πίστεως θώρακι, και ασπίδι της χάριτος και Σταυρού τω δόρατι συμφραξάμενος, χρόνια αναπαυόταν με την πίστη πως η χέρσα γη θα καρποφορούσε ζωή, αφοῦ είχε καλλιεργηθεί από τον Άγιο, πως θα ανασταινόταν και η δική του ζωὴ μέσα από την πάλη της με το κακό και το ψέμα, πως ο πόνος του θα θεραπευόταν με τις πρεσβείες εκείνου που βλυστάνει ιάματα, με εκείνον που ανεδείχθη της Τριάδος γεωργός δίκαιος και έσπειρε τον γόνιμο καρπό, σπόρον γεωργήσας εμμελώς.

Kαι ήταν αδιάλειπτος καρδιακή ευχή η αδιάλειπτη άσκησή του, η τύπωση της μορφής του Άη-Γεώργη στο χαρτί, το κάρφωμα του δράκοντα στη γη, αδιάλειπτη προσευχή στον Άγιο, με την αστείρευτη ικεσία του να τον συντρέχει σε κάθε περίσταση της απειλούμενης από το κακό ζωής του: εν θαλάσση με πλέοντα, εν οδώ με βαδίζοντα, εν νυκτί καθεύδοντα, περιφρούρησον· επαγρυπνούντα διάσωσον παμμάκαρ Γεώργιε.

Λάμπρος Kαμπερίδης:Ο ιππεύς, ο ίππος, ο δράκων Oι αη-Γεώργηδες του Πέρη Ιερεμιάδη - Για ένα συναξάρι του καιρού μας 
 Εκδόσεις Δόμος 2010

Ο ΠΟΛΕΜΙΚΟΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΕΜΕΝΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

 Γράφει ὁ Φώτης Κόντογλου διὰ τῆς χειρὸς οὗτινος ἐζωγραφίσθη ἡ κάτωθι ὑπέροχη ἁγιογραφία 


Ὁ Ἅγιος Γεώργιος μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Δημήτριο, εἶναι τὰ δυὸ παλληκάρια τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτοὶ εἶναι κάτω στὴ γῆ, κ᾿ οἱ δυὸ ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ εἶναι ἀπάνω στὸν οὐρανό.
Στὰ ἀρχαῖα χρόνια τοὺς ζωγραφίζανε δίχως ἄρματα, πλὴν στὰ κατοπινὰ τὰ χρόνια τοὺς παριστάνουνε ἀρματωμένους μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ κοντάρια καὶ ντυμένους μὲ σιδεροπουκάμισα. Στὸν ἕναν ὦμο ἔχουνε κρεμασμένη τὴν περικεφαλαία καὶ στὸν ἄλλον τὸ σκουτάρι, στὴ μέση εἶναι ζωσμένοι τὰ λουριὰ ποὺ βαστᾶνε τὸ θηκάρι τοῦ σπαθιοῦ καὶ τὸ ταρκάσι πὄχει μέσα τὶς σαγίτες καὶ τὸ δοξάρι.

Τὰ τελευταῖα χρόνια, ὕστερα ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, οἱ δυὸ αὐτοὶ ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς κι᾿ ἄλλοι στρατιωτικοὶ ἅγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι ἀπάνω σὲ ἄλογα, σὲ ἄσπρο ὁ ἅγιος Γεώργης, σὲ κόκκινο ὁ ἅγιος Δημήτρης. 
Κι᾿ ὁ μὲν ἕνας κονταρίζει ἕνα θεριὸ κι᾿ ὁ ἄλλος ἕναν πολεμιστή, τὸν Λυαῖο. Αὐτὰ τὰ ἄρματα ποὺ φορᾶνε ἐτοῦτοι οἱ ἅγιοι, παριστάνουνε ὅπλα πνευματικά, σὰν καὶ κεῖνα ποὺ λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ντυθῆτε τὴν ἀρματωσιὰ τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ ἀντισταθῆτε στὰ στρατηγήματα τοῦ διαβόλου.
 Γιατὶ τὸ πάλεμα τὸ δικό μας δὲν εἶναι καταπάνω σὲ αἷμα καὶ σὲ κρέας, ἀλλὰ καταπάνω στὶς ἀρχές, στὶς ἐξουσίες, καταπάνω στοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκοταδιοῦ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο καὶ καταπάνω στὰ πονηρὰ πνεύματα στὸν ἄλλον κόσμο. Γιὰ τοῦτο ντυθῆτε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε νὰ βαστάξετε κατὰ τὴν πονηρὴ τὴν ἡμέρα, κι᾿ ἀφοῦ κάνετε ὅσα εἶναι πρεπούμενα, νὰ σταθῆτε. Τὸ λοιπόν, σταθῆτε γερά, ἔχοντας περιζωσμένη τὴ μέση σας μὲ ἀλήθεια, καὶ ντυμένοι μὲ τὸ θώρακα τῆς δικαιοσύνης καὶ μὲ τὰ πόδια σας σανταλωμένα γιὰ νὰ κηρύξετε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης κι ἀποπάνω ἀπὸ ὅλα σκεπασθῆτε μὲ τὸ σκουτάρι τῆς πίστης, ποὺ μὲ δαῦτο θὰ μπορέσετε νὰ σβήσετε ὅλες τὶς πυρωμένες σαγίτες τοῦ πονηροῦ. Καὶ φορέσετε τὴν περικεφαλαία τῆς σωτηρίας καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ πνεύματος, ποὺ εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ».

Αὐτὸς ὁ ἡρωϊκὸς καὶ καρτερικὸς χαραχτήρας, ποὺ ἔχουνε οἱ πολεμιστὲς ὁποῦ μαρτυρήσανε γιὰ τὸν Χριστὸ σὰν ἄκακα ἀρνιά, ἀνάγεται στὰ πνευματικά.

Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Βουργαρελίου η Αγία Λαύρα της Ηπείρου


Η Μονή του Αγίου Γεωργίου, κτισμένη στο χωριό Βουργαρέλι των Τζουμέρκων, δίκαια χαρακτηρίσθηκε ως η Αγία Λαύρα της Ηπείρου, αφού όχι μόνο προεπαναστατικά αποτελούσε το καταφύγιο κλεφτών και αρματολών, αλλά και σ'αυτά συγκεντρωμένοι οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και των Ραδοβυζίων, υπ' τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, κήρυξαν την επανάσταση του 1821 στην περιοχή, με τις ευλογίες του ηγουμένου Χριστοφόρου (15 Μαϊου).

Η Μονή κτίσθηκε το 1714, όπως μαρτυρείται από ημικατεστραμμένη επιγραφή. Άλλη εκδοχή δέχεται ως έτος ιδρύσεως το 1690.

Είναι η κορώνα του Βουργαρελίου στο βόρειο άκρο του και ένα απ' τα σημαντικότερα αξιοθέατα των Τζουμέρκων. Ναός και κελλιά σώζονται σε άριστη κατάσταση. Το μοναστήρι πιθανότατα ιδρύθηκε το 1690 ή λίγο αργότερα, δηλαδή στις αρχές του 18ου αιώνα. Τα σημερινά κελλιά είναι μεταγενέστερες κατασκευές. Στα μέσα του 19ου αιώνα το μοναστήρι βρισκόταν σε μεγάλη ακμή.

Απήχηση αυτής της ευημερίας του βρίσκουμε στη φιλανθρωπική δράση του, αφού επιχορηγούσε -όπως λένε οι πηγές- με μεγάλα ποσά τα σχολεία της περιοχής και βοηθούσε πεινασμένες οικογένειες.


Ο ναός παρουσιάζει μεγάλες αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τη Χρυσοσπηλιώτισσα των Γουριανών. Είναι μονόκλιτη θολωτή βασιλική με οκταγωνικό τρούλλο και καμαροσκέπαστο νάρθηκα. Στις πλάγιες πλευρές του έχει τρίπλευρους χορούς, ανατολικά δε καταλήγει σε επίσης τρίπλευρη κόγχη. Είναι πλακοσκέπαστος με απλή τοιχοποιία και με μόνη εξωτερική διακόσμηση μια οδοντωτή ταινία στο γείσο του τρούλλου. Για ενίσχυση της αντοχής των μακρών πλευρών του κτίστηκαν ογκώδη επικλινή αντερείσματα.

Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος από τοιχογραφίες του 1714, όπως μαρτυρεί σχετική επιγραφή γραμμένη πάνω απ' τη θύρα του κυρίως ναού που οδηγεί στο νάρθηκα. Οι συνθέσεις παρουσιάζουν τη γνωστή διάταξη σε ζώνες τόσο στον κυρίως ναό όσο και στο νάρθηκα, και έγιναν από Καλαρρυτινούς ζωγράφους. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι επίσης του 18ου αιώνα και στολίζεται με ανάγλυφες παραστάσεις πτηνών και φυτών, έχει δε και πέντε φορητές εικόνες που απ' ό,τι δείχνει η τεχνοτροπία τους πρέπει να έγιναν απ' τους ίδιους ζωγράφους που έκαναν και τις τοιχογραφίες.

Από τα κειμήλια της μονής αξιολογότερο είναι μια ασημένια λειψανοθήκη του 1859 -έργο και αυτό Καλαρρυτιώτη ασημουργού- με λείψανα πολλών αγίων.

Και αυτό το μοναστήρι έχει τη δική του συμβολή στην εθνική μας ιστορία: Σ' αυτό - κατά την παράδοση - συγκεντρώθηκαν οι οπλαρχηγοί των Τζουμέρκων και Ραδοβυζίων Γεώργιος Καραϊσκάκης, Γώγος Μπακόλας, Κουτελίδας, Ίσκος, Ράγγος, Κουτσονίκας και άλλοι με τα παλικάρια τους, και ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης του 1821 κάτω απ' τις ευλογίες του ηγούμενου της μονής, Χριστόφορου. Έτσι το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Βουργαρέλι έγινε η Αγία Λαύρα της Ηπείρου.

Η Μονή Αγίου Γεωργίου αποτελεί σήμερα μετόχι της Ιεράς Μονής Μελατών.

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Μεταξύ των Ελλήνων Νεομαρτύρων δεσπόζουσα θέσει κατέχει ο νεομάρτυς Γεώργιος



Μεταξύ των Ελλήνων Νεομαρτύρων, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς έδωσαν την μαρτυρία της εθνικής και χριστιανικής τους συνειδήσεως δεσπόζουσα θέσει κατέχει ο νεομάρτυς Γεώργιος, ο οποίος μαρτύρησε με απαγχονισμό στα Ιωάννινα την 17ην Ιανουαρίου 1838.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή του μαρτυρίου του ο Νεομάρτυς Γεώργιος κέρδισε την τιμή του μάρτυρος στη συνείδηση και την πίστη της Εκκλησίας. Αμέσως μετά το μαρτύριο οι πιστοί έτρεχαν στον τάφο του και έπαιρναν χώμα και λάδι από το κανδήλι, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως φυλακτά. Όσοι πήραν κομμάτια από την τριχιά της αγχόνης και από το πανί του εσώβρακού του είδαν μεγάλες θεραπείες. Ήδη στις 6 Απριλίου 1839, μόλις ένα έτος από το μαρτυρικό του θάνατο, έχουμε την πρώτη βιογραφία του αγίου, την οποία υπέγραψαν δύο επίσκοποι, δεκατρείς ιερείς και ιερομόναχοι και οι δεκαεπτά σημαίνοντες πρόκριτοι των Ιωαννίνων.
 Σε επιστολή του Ζώτου – Μολοσσού στην εφημερίδα ΄΄Φωνή της Ηπείρου΄΄ αναγράφεται: «Το επιόν έτος 1839 προ μηνός, ο λαός εβίασε τον Μητροπολίτην να συντάξη ασματικήν ακολουθίαν του μάρτυρος, όπως πανηγυρίσωσιν ενδόξως την εορτήν του. Ο Ιωακείμ στενοχωρηθείς μη δυνάμενος να συντάξη ασματικήν ακολουθίαν εκάλεσε τον πρωτοψάλτην της Μητροπόλεως και ενετείλατο αυτω ν’ αντιγράψη την ακολουθίαν του Αγίου Γεωργίου μετατρέπον το Μεγαλομάρτυς εις το Νεομάρτυς Γεώργιος και ούτω επανηγυρίσθη η πρώτη επέτειος εορτή. Ταύτα γνωρίζομεν εκ στόματος του ιδίου Ιωακείμ του Β’, ακούσαντες αυτόν το 1876 και 1877 εν Κωνσταντινουπόλει (πατριαρχεύοντος ήδη), ότε εθαυμάσαμεν το μνημονικόν του …μας εφιλοδώρησε και το χειρόγραφον της ακολουθίας εκείνης με την εντολήν να την τυπώσωμεν και ότι αύτη δέον να ψάλληται εις την μνήμην του Νεομάρτυρος».

Η ακολουθία του Χρυσάνθου Λαϊνά γράφτηκε πριν από την επίσημη κατάταξη του Νεομάρτυρος Γεωργίου στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Η αντιγραφή του χειρογράφου του Λαϊνά έγινε από τον Αναστάσιο, γιό του ιερέως Κων/νου, στις 25 Φεβρουαρίου 1838, δηλ. τριανταεννιά ημέρες από το μαρτύριο του Γεωργίου.

Αλλά και οι αγιογράφοι δεν περίμεναν την επίσημη κατάταξη του Γεωργίου στο Αγιολόγιο για να τον αγιογραφήσουν με το φωτοστέφανο του αγίου. 
Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Ιωακείμ ο Χίος παρήγγειλε κατά την ώρα της
 κηδείας του αγίου στον Πέτρο Γεωργιάδη, ζωγράφο και πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού, να ιστορήσει τη μορφή του. Ο ίδιος αγιογράφος αγιογράφησε και άλλες εικόνες, που βρίσκονται σε διάφορους ναούς της πόλεως των Ιωαννίνων.
 Ο λαϊκός ζωγράφος Γεώργιος Ζήκος από το χωριό Χιονάδες Κονίτσης φιλοτέχνησε εικόνα του αγίου δεκατρείς ημέρες μετά το μαρτύριό του. Η εικόνα αυτή, η οποία σήμερα φυλάσσεται στο παρεκκλήσι της οικίας του αγίου στα Γιάννινα, ιστορήθηκε ύστερα από παραγγελία του ιερομονάχου Χρυσάνθου Λαϊνά. 
Παρόμοια εικόνα υπάρχει και στο ιδιωτικό παρεκκλήσι του Χρυσάνθου στην Κόνιτσα. Στο ίδιο παρεκκλήσι βρίσκεται και η ιστόρηση της κοιμήσεως του Νεομάρτυρος. Πρόκειται για μια χαριτωμένη εικόνα. Ο άγιος εικονίζεται νεκρός στο ξυλοκρέββατο, ενώ διακρίνονται οι τέσσερις Αρχιερείς που κήδευσαν τον Γεώργιο και ο Χρύσανθος Λαϊνάς με σχήμα μοναχού. Από αυτό συμπεραίνουμε ότι ο Χρύσανθος υπήρξε αυτόπτης του μαρτυρίου του Νεομάρτυρος. 
«Το γεγονός άλλωστε ότι ο Γεώργιος εικονογραφείται δεκατρείς μέρες μετά το μαρτύριό του από ζωγράφο που πρέπει να γνώριζε, μας κάνει να υποθέσουμε ότι παρόλη τη συμβατικότητα της μορφής θα διασώζει και στοιχεία από τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά». Ενδιαφέρουσα είναι και η εικόνα του μαρτυρίου στο ναΐδριο, δίπλα από το Μητροπολιτικό ναό, την οποία φιλοτέχνησε «ο ζωγράφος Πέτρος Γου(Γεωργίου), πρωτοψάλτης της Μητροπόλεως Ιωαννίνων, 1842 Ιουνίου 4». Δίπλα υπάρχει εικόνα, στην οποία αναγράφεται: «Δέησις του δούλου του Θεού Παναγιώτου Σακελλαρίου, 1863 Ιανουαρίου 5. Χειρ Κ.Θεοδοσίου Ιωαννίτου».

Μικρό χρονικό διάστημα από το μαρτύριο του Αγίου, στο χειρόγραφο του Χρυσάνθου Λαϊνά, υπάρχει θαυμάσια τρίχρωμη χαλκογραφία με τίτλο « Ο Άγιος Γεώργιος ο Νέος Μάρτυς εξ Ιωαννίνων» και η επιγραφή: «Εχαλκογραφήθη δια εξόδων του οσιοτάτου Χ.Παγκρατίου ΜΧ 1838. Χειρ Δανιήλ εις Άγιον Όρ(ο)ς», γραμμένη στην ελληνική και στην παλαιοσλαβική γλώσσα.

Στις σλαβικές χώρες είναι ιδιαίτερα ζωντανή η μνήμη του Νεομάρτυρος. Ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα του στο μουσείο του ιερού ναού αγίου Κλήμεντος Αχρίδας. 
Ανάγλυφη παράστασή του σώζεται στην ανατολική πλευρά του ναού αγίας Παρασκευής Μηλόβιστας του σημερινού κρατικού μορφώματος των Σκοπίων. 
Επίσης εικόνες του Νεομάρτυρος Γεωργίου υπάρχουν και σε άλλους ναούς της βόρειας Βαλκανικής, όπως στη Jacodina (Svetozarevo), στο Kratovo, στη Fosaτης Βοσνίας, στο Rastakκοντά στα Σκόπια, στο Grabovo, στην Slepca, κοντά στο Μοναστήρι, στο ναό του αγίου Δημητρίου Μοναστηρίου και σε άλλους ναούς. 
Τοιχογραφία των μέσων του ιθ’ αι. υπάρχει στην πόλη Sredska κοντά στην πόλη Prizren.
 Δύο φορητές εικόνες του αγίου σώζονται στη Σόφια στο εκεί Αρχαιολογικό Μουσείο. Εικόνα του αγίου βρίσκεται επίσης στην Αρχιεπισκοπή Φιλιππουπόλεως. Στη Ρουμανία σώζονται τρεις εικόνες του Νεομάρτυρος. Δύο στο Μουσείο Τέχνης του Βουκουρεστίου και άλλη μία στην ελληνική Εκκλησία του Βουκουρεστίου, φιλοτεχνημένη από ρουμάνο ζωγράφο το 1839.

Στις αρχές του 1893 «επί τη βάσει εκθέσεως του από Ρεθύμνης Μητροπολίτου Ιωαννίνων Ιωαννικίου υπογεγραμμένης και υπό του πρώην Βελλάς Λεοντίου, του Περιστεράς Σεραφείμ και άλλων πολλών κληρικών και λαϊκών, βεβαιωσάντων την τέλεσιν θαυμάτων εν τω τάφω του Νεομάρτυρος», ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Στ’ απεφάσισε με Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη, που εκδόθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1839, όπως: «…ο υπέρ Χριστού πανδήμως το μαρτύριον αναδεξάμενος Γεώργιος ο Νεομάρτυς, γνωρίζεται τουντεύθεν παρά πάσης της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, αληθής μάρτυς του Χριστού, συναριθμούμενος τη χορεία των πιστών, τελουμένης κανονικώς της μνήμης αυτού κατά την 17ην Ιανουαρίου». Ο Πατριάρχης Γρηγόριος, όταν έστειλε την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη στον Μητροπολίτη Ιωαννίνων, τον παρεκάλεσε να μη τη δημοσιεύσει για να μην προκαλέσει τους Τούρκους. Παράλληλα πρόσθεσε ότι ορίστηκε η γιορτή του Νεομάρτυρος την 17ην Ιανουαρίου, ημέρα μνήμης του αγίου Αντωνίου, για να μη φανεί ότι για τον Νεομάρτυρα έγινε νέα γιορτή. Η φήμη όμως των θαυμάτων του αγίου σε χριστιανούς και μουσουλμάνους παραμέρισε τους φόβους και έτσι η γιορτή του αγίου Γεωργίου τελούνταν πανηγυρικά.

Η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου έγινε στις 26 Οκτωβρίου 1971 επί Αρχιερατείας Σεραφείμ, του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος. Σήμερα είναι αποθησαυρισμένα στον φερώνυμο Ιερό Ναό της πλατείας Πάργης Ιωαννίνων.

Ο άγιος γιορτάζεται πανηγυρικά στα Γιάννινα, στο χωριό Τσούρχλι (Άγιος Γεώργιος) Γρεβενών, όπου έχει ανεγερθεί λαμπρός ναός, στον Ιερό Ναό Χρυσοσπηλαιωτίσσης Αθηνών και οπουδήποτε γης διαμένουν Ηπειρώτες και Τσουχλιώτες.

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Άι Γιώργης ο αράπης του 11-12 αιώνα.Κειμηλιο από Ανατολική Θράκη


Στην Θράκη τον ονόμαζαν Αράπη ή Αρακλειανό (Ηρακλειανό), επειδή θαυματουργή εικόνα του βρισκόταν στην Ηράκλεια της Προποντίδας.


 Αράπη δε για τον λόγο ότι ο Άγιος παρουσιάζεται μαύρος σε αυτήν την εικόνα, που είναι ανάγλυφη από μαύρη πέτρα, ή από σκληρό ξύλο.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2024

“Τοῦτο, ἅγιε, εἶναι ἀπό τά πιό μεγάλα πού μᾶς χάρισες...”.


Εἶχα τελειώσει ἀπὸ ὥρα τὸν ἑσπερινὸ καὶ εἶχα καθήσει ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ τσιμεντένιο πεζούλι.

Εἶχε πολλὲς ἀνάγκες ἀκόμα ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου μας. Νὰ πλακοστρωθεῖ ἡ μεγάλη του αὐλή, νὰ στηθοῦν πάγκοι, στὴ βρύση κοντὰ νὰ γίνει μικρὴ δεξαμενή, νὰ χτιστεῖ ἕνα μικρὸς ξενώνας.

Οἱ ἅγιες ἐπιθυμίες, ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη ἀπασχολοῦσαν τὴ σκέψη μου καὶ μὲ γέμιζαν μὲ χαρά, μὰ καὶ ἀνήσυχη μέριμνα τὴν ψυχή μου. Ποῦ θὰ βρεθοῦν τόσα χρήματα ; Ἐκείνη τὴν ὥρα φοβήθηκα τὴν ὀλιγοπιστία μου. Σηκώθηκα, ἔκαμα τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ σιγοψιθύρισαν τὰ χείλη μου : 
 - Ἅγιέ μου Γιώργη, συγχώρα με τὸν ἀχάριστο. Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.

Καθὼς ἤμουν ἀπορροφημένος στὴ προσευχή μου μόλις πρόφθασα καὶ εἶδα κάποιον ἄγνωστο ἡλικιωμένο κύριο, πού, ἀφοῦ ἔκαμε μιὰ ὑπόκλιση πρὸς τὸ μέρος μου, προχώρησε μὲ διστακτικὰ βήματα καὶ μπῆκε μέσα στὴν ἐκκλησία. Δὲν ἀπόρησα. Στὸν τροπαιοῦχο μας Ἅγιο δὲν ἀνάβουν μόνο τὰ κεριά τους οἱ χωριανοί μας. Σ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία καὶ σ’ ἄλλες μακρύτερα, εἶναι γνωστὴ ἡ χάρη του. Θυμήθηκα ἐκεῖνο ποὺ ψιθύρισαν τὰ χείλη μου λίγο πιὸ μπροστά : “Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.

Τί ἦταν ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου πρὶν εἴκοσι χρόνια, ὅταν ἦρθα πρώτη φορὰ ἱερέας σ’ αὐτὸ τὸ χωριὸ τῆς Μακεδονίας ; Τί ἦταν ; Ἕνα τζαμί, ἕνα τούρκικο, μισοερειπωμένο τζαμί. Θυμᾶμαι τὶς πρῶτες ἡμέρες, ὅταν εἶδα τοὺς χωρικοὺς νὰ μπαίνουν μέσα πρωί - πρωί, καθὼς ξεκινοῦσαν γιὰ τὶς δουλειές τους καὶ βράδυ, ὅταν γυρνοῦσαν ἤ νὰ σταυροκοπιοῦνται μὲ σεβασμὸ ἀπ’ ἔξω ἀκόμα, τὰ ἔχασα. Φοβήθηκα μήπως εἶχα νὰ κάμω μὲ χριστιανοὺς ποὺ ἀλλαξοπίστησαν.

Ὁ γερο - δάσκαλος, γιὸς παλιοῦ ἱερέα, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐξήγηση : “- Παππούλη, τοῦτο τὸ τζαμὶ ἦταν στὰ πολὺ παλιὰ χρόνια τοῦ τροπαιούχου μας ἡ ἐκκλησία. Ἔτσι ξεύραμε ἐμεῖς, ἔτσι μάθαμε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ὅταν ἦρθαν οἰ Τοῦρκοι, τὴν ἔκαψαν, τὴν γκρέμισαν, δὲν ἔμεινε οὔτε σημάδι, ποὺ νὰ δείχνει τό τόπο της. Ἔπιασαν τότε οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ φόβο τους τὴν πάνω γειτονιά, νὰ αὐτὴ ποὺ χάνεται μέσα στὸ δάσος, κι ἤρθανε οἱ Τοῦρκοι στὸν κάτω μαχαλά. Κάποτε βάλθηκαν οἱ ἐχθροὶ νὰ χτίσουνε τζαμί. Δὲν πρόκοβε τὸ χτίσιμό τους. Κι ὅταν ἐκεῖ ποὺ ἔσκαβαν βαθύτερα θεμέλια βρῆκαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὴν εἰκόνα, τὰ ἔχασαν. Φοβήθηκαν, δίστασαν νὰ προχωρήσουν. Μὰ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, φανατικός, πῆρε τὴν ἅγια εἰκόνα καὶ τὴν ἔκαψε. Νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ μέση ὁ Ἅγιος τῶν χριστιανῶν, ποὺ τοὺς ἔφερε ἐμπόδιο στὸ χτίσιμο.

Κάτι θυμήθηκε ὁ γερο-δάσκαλος κι ἀνάστέναξε : “- Οἱ χριστιανοὶ ποὺ τ’ ἄκουσαν, θαύμασαν, χάρηκαν, γιατὶ βρέθηκε ὁ τόπος τοῦ παλιοῦ ναοῦ τους, μὰ πόνεσαν βαθιὰ γιὰ τὴ βεβήλωση τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Καὶ φοβήθηκαν τὴν τιμωρία. Τὸ ἴδιο βράδυ σείστηκε τὸ χωριὸ ἀπὸ τὸν ἀπρόσμενο καὶ καταστρεπτικὸ σεισμό. Τραντάχτηκε καὶ τὸ πάνω χωριό, μὰ πιὸ πολὺ τὸ κάτω. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα οἱ ἄπιστοι, ἐκεῖ ποὺ βρῆκαν τὴν εἰκόνα ἔχτισαν ἕνα πρόχειρο εἰκονοστάσι, ἀγόρασαν τὴν εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, τοῦ ἄναψαν καντήλα καὶ κερί, καὶ σιγά-σιγά ἔχτισαν τὸ τζαμί τους”.

Ὁ γερο - δάσκαλος ἔσκυψε στὸ αὐτί μου καὶ μοῦ σιγοψιθύρισε : 
 - Σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, πάτερ, ἀνάβουμε τὸ κερί μας ὅλοι, κι ὄχι στὸ τούρκικο τζαμί”.

Συγκλονίστηκε τότε ἡ ψυχή μου καὶ εἶπα μὲ αὐστηρὴ φωνὴ στὸ φίλο μου δάσκαλο : 
 - Καὶ τὸν ἀφήνετε τὸν Ἅγιό μας μέσα στὸ τούρκικο τζαμὶ τόσα χρόνια, εὐλογημένοι ; Ὄχι, ἀπόψε κι ὅλας θὰ γκρεμισθεῖ τὸ τζαμὶ καὶ θὰ τοῦ χτίσουμε τοῦ Τροπαιούχου μας καινούργιο Ναό. Ἀκοῦς δάσκαλε ; μὲ τὸ δικό μας ὑστέρημα. Ἄς εἶναι φτωχὸ τὸ χωριό μας”.

Πόσες πολλὲς ἦταν ἀλήθεια καὶ πόσο συγκινητικὲς οἱ προσφορὲς μικρῶν καὶ μεγάλων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων. Νά, τοῦτο τὸ μεγάλο κωδωνοστάσι χτίστηκε ἀπὸ τὰ λεφτὰ ποὺ ἔστειλαν ξενητεμένοι ἀπὸ τὸν Καναδά. Ψιθύρισαν πάλι τὰ χείλη μου “πόσα μᾶς χάρισες μέχρι τώρα Ἅγιε !” καὶ προχώρησα νὰ μπῶ στὴν Ἐκκλησία.

Ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης, σκέφτηκα, θὰ τέλειωσε τὸ εὐλαβικὸ προσκύνημά του καὶ ἴσως θὰ ἤθελε πληροφορίες γιὰ τὸν τόπο, γιὰ τὸ Ναό. Μὰ ἐκεῖ στὴ θύρα κοντοστάθηκα. Ὁ ἄγνωστος ἡλικιωμένος κύριος ἦταν μπροστὰ στὴν παλιὰ εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, ἐκεῖ στὸν τόπο τῆς πιὸ παλιᾶς, ποὺ τὴν εἶχαν κάψει οἱ Τοῦρκοι. Κάτι συγκλονιστικὸ ζοῦσε σκυμμένος, γονατιστὸς ἐκεῖ, γιατὶ οἱ ὦμοι του συνταράσσονταν. Δίστασα γιὰ λίγο. Νὰ τὸν ἀφήσω στὴν προσευχή του ; Νὰ τὸν πλησιάσω μήπως καὶ τὸν βοηθήσω ; Προτίμησα νὰ μείνω ἐκεῖ στὴν πόρτα, στὸ τελευταῖο στασίδι καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν Ἅγιο γιὰ τὸν ἄγνωστο προσκυνητή του. Ὅταν κάποτε ὁ σκυμμένος ἄνδρας σηκώθηκε, εἶχε ἠρεμήσει. Δὲν ξαφνιάστηκε ποὺ εἶδε νὰ τὸν παρακολουθῶ μὲ πατρικὴ ἀγάπη. Τὸν πλησίασα καὶ τὸν χαιρέτησα.

 - Ἔρχόμουν νὰ βρῶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο μέσα στὸ τζαμί, παππούλη, καὶ εἶδα τὴ χάρη του μέσα στὴν ὄμορφη ἐκκλησιά, ποὺ χτίσατε. Κάποιος παιδικὸς φίλος, ποὺ βρῆκα, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα...

Ἡ βαριὰ προφορά, ποὺ δὲν μοῦ ἦταν ἄγνωστη, μ’ ἀνησύχησε.

- Ἀπὸ ποῦ εἶσαι παιδί μου, ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεσαι ;” , ρώτησα ταραγμένος.

- Τοῦρκος εἶμαι κι ἔρχομαι ἀπὸ μακρυά”, τόνισε ἐπίτηδες τὶς λέξεις του καὶ μὲ κοίταζε ἐπίμονα.

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δοκίμασα ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ ἴδια ἐκεῖνα συναισθήματα, ὅπως ὅταν ἔβλεπα τοὺς χωριανοὺς νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους μπροστὰ στὸ τούρκικο τζαμὶ κι ἡ φωνή μου ἦταν τὸ ἴδιο αὐστηρή, ὅπως τότε, στὸ δάσκαλο.

- Εἶσαι μωαμεθανὸς κι ἔρχεσαι νὰ προσκυνήσεις ἕναν Ἅγιο τῆς Χριστιανοσύνης ;”

- Ναί, παππούλη, ὅταν πιστέψεις στὸν Ἅγιο τῶν Χριστιανῶν, στὴ δύναμη καὶ στὴ χάρη ποὺ τοῦ χαρίζει ὁ Χριστὸς νὰ κάνει θαύματα, ἔρχεσαι ἀπὸ μακρυὰ νὰ τὸν προσκυνήσεις, νὰ τοῦ ζητήσεις ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ σὲ συγχωρέσει...”

Ἔσκυψε τὸ κεφάλι γιὰ λίγο. Τὸν παρακολουθοῦσα ἄφωνος. Σκούπισε κάποιο δάκρυ ὁ ξένος καὶ συνέχισε :

- Παππούλη, τὴν ξεύρεις καλὰ τὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ μας, τοῦ Τροπαιούχου μας... Σοῦ μίλησαν ποτὲ γιὰ κεῖνον τὸν Τοῦρκο... ποὺ ἔκαψε τὴν παλιὰ εἰκόνα του ; Μακρινός μου πρόγονος ἦταν. Τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνον ἐπίθετο ἔχω... Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους τοῦ χωριοῦ ἐκεῖνος ὁ μακρινός μου συγγενής, μὰ ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου τὸν περιφρόνησαν ὅλοι, τὸν φοβήθηκαν, δὲν τὸν πλησίασαν μὴ μολυνθοῦν. Καὶ ἡ κατάρα τούτη καὶ τ’ ἀνάθεμα ἔφθασε μέχρι καὶ τὴ δική μου τὴ γενιά...”

Τὰ ἔχασα σὰν εἶδα τὸν Τοῦρκο νὰ κάνει τὸ σταυρό του. Ἐκεῖνος μὲ καθησύχασε μὲ τὸ βλέμμα του καὶ συνέχισε :

- Μὴ φοβᾶσαι, παππούλη, εἶμαι βαφτισμένος, ἔχω τ’ ὄνομα τοῦ Τροπαιούχου μας... Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα ἦταν αὐτό. Τῶν συμπατριωτῶν μας τὸ ἀνάθεμα ἔγινε γιὰ τὸ σόϊ μας εὐλογία ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια. Ὁ παππούς μου πῆρε γυναῖκα ἀπὸ τὸ πάνω χωριὸ καὶ τούτη ἡ ἅγια γυναῖκα τὸν ἔκαμε χριστιανὸ κι αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του. Ἤμασταν οἱ κρυφοὶ χριστιανοὶ Τοῦρκοι τούτου τοῦ χωριοῦ, παππούλη. Τὸν ξεύρεις τὸ γερο - δάσκαλο ; Μόνο ὁ ἱερέας πατέρας του ἤξερε τὸ μυστικό.Ἔμαθες τώρα τὶ εἶναι γιὰ μένα ὁ Τροπαιοῦχος; Ἔκαμα μακρινὸ ταξίδι νὰ ἔρθω στὴ χάρη Του, νὰ γονατίσω στὴ χρυσὴ εἰκόνα μπροστά, ὅπως καὶ τότε νὰ τοῦ ζητήσω νὰ συγχωρήσει τὸ μακρινό μου πρόγονο, νὰ σοῦ δώσω τὶς λίγες οἰκονομίες μου γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Ναοῦ...”

Ἔσπασε ἡ φωνή τοῦ ξένου. Βούρκωσαν καὶ τὰ δικά μου τὰ μάτια.

“- Ὅταν κάποτε ζωγραφίσεις τὰ θαύματά του, γέροντα, βάλε δυὸ παιδιά, ἕνα ἑλληνόπουλο κι ἕνα τουρκόπουλο - πιὸ πίσω αὐτό - νὰ προσκυνοῦν τὴ χρυσή του εἰκόνα, τὸ γέρο δάσκαλο καὶ τὸν κρυφὸ χριστιανό... Κι ὅταν προσεύχεσαι λέγε, ἄν θυμᾶσαι, τοῦτα τὰ λόγια : - Κράτησέ τον μέχρι τὸ τέλος πιστό...”

Ἔσκυψε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι, ἀκούμπησε πάνω στὸ παγκάρι τὴν προσφορά του, ἀσπάστηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου κι ἀπομακρύνθηκε.

Κοίταξα τὴν εἰκόνα τοῦ θαυματουργοῦ μας Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιούχου καὶ καθὼς οἱ τελευταῖες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἔπεφταν πάνω του, τὸ πρόσωπό του μοῦ φάνηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἱκανοποιημένο.

Τὰ χείλη μου, τόσα μόνο ψιθύρισαν : “Τοῦτο, ἅγιε, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ μεγάλα ποὺ μᾶς χάρισες...”.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀξέχαστες ἱστορίες” Δ. Χορτιάτη, σελ. 139-144, Ἐκδόσεως Χριστιανικῆς Ἑνώσεως “Η ΕΛΠΙΣ”).