Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Συμβουλες (Οσιου Γεωργιου Καρσλίδου του ομολογητου)


Εικόνα
«Μάνα, τα μαλλιά σου άσπρισαν, γέρασες, θα φύγεις απ'  αυτή τη γη, τι θα πας να βρεις στον άλλο κόσμο; Το πιάτο σου είναι άδειο κι η καντήλα σου σβησμένη».
***
-Μάνα, Ταμάμα, που ήσουνα εσύ και σε βλέπω τώρα;
-Καλά Γέροντα, δε με είδες; Εχθές στον εσπερινό ήμουνα, σήμερα στη λειτουργία. Δε με είδες;
-Δε σε είδα στην Εκκλησία. Τα ρούχα σου έβλεπα. Εσένα δε σε έβλεπα.
-Πάτερ άφησα μια κλώσα με δώδεκα πουλάκια στο σπίτι κι ο νους μου ήταν εκεί!
***
«Παιδί μου, Ευθυμία, δε θα πεις τίποτε εις βάρος της πεθεράς σου. Γιατι, ό,τι σ' έλεγε η πεθερά σου, τα είχε στα χείλη».
***
Παραμονή Χριστουγέννων ο άντρας μου ήθελε να κοιμηθούμε μαζί. Εγώ τον απέτρεπα. Μετά δυο χρόνια που βρέθηκα στο Μοναστήρι, ο Γέροντας μόλις με είδε, μου είπε: «Μάνα μου, τέτοιο χάλι δεν είδα. Παραμονή Χριστουγέννων να σμίγουν τ' ανδρόγυνα. Κάνουν παράλυτα παιδιά κι ύστερα τρέχουν να τα σώσουν».
***
Μια μέρα καθόταν ο Γέροντας έξω από το σπίτι μου. Ήρθε μια γυναίκα και συζήτησε αρκετή ώρα μαζί του. Ο Γέροντας επαίνεσε κάποια γνωστή της. Τότε η γυναίκα του λέει:
          -Γιατί, πάτερ, την επαινείς τόσο;
          -Αυτή, μάνα μου, και τι δεν έκανε. Πεθαμένους ξημέρωσε (δηλαδή ξενυχτούσε στα σπίτια που είχαν νεκρό), ορφανά βοήθησε, γεφύρια έχτισε, ελεημοσύνες έκανε.
          -Πάτερ, γι' αυτήν δεν άκουσα καλά λόγια.
          -Τα κακά λόγια άκουσες και τα καλά δεν άκουσες; Αυτής τα στραβά άκουσες, τα δικά σου δεν τα ξέρεις;
          -Πάτερ, τι έκανα η κακομοίρα;
          - Όταν ζυγίζεις τη μισή οκά για μια κι έκλεβες στη ζυγαριά, δεν το σκεφτόσουν; Δούλεψες για τον διάβολο. Εκείνα λογάριασες και τα δικά σου δε λογάριασες;
          Η γυναίκα σιώπησε και κατέβασε το κεφάλι της.
***
Την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ήλθαν να τον δουν 4-5 γυναίκες επιστρέφοντας από μία βάπτιση, που είχε γίνει στο χωριό. Μόλις τις είδε, είπε: «Πήγατε στη βάπτιση και φεύγοντας κουτσομπολεύατε το φαγητό που σας παρέθεσαν, αν ήταν καλό ή όχι ...;».Εκείνες τον κοιτούσαν και χαμογελούσαν. Ο Γέροντας τότε είπε αυστηρά: «Μη γελάτε ...; Είναι πολύ κακό να σε ταϊζει ο άλλος και συ να τον κατηγορείς για ό,τι σου προσφέρει».
***
«Ο Θεός φροντίζει για όλους. Η απελπισία είναι σχεδόν απιστία».
***
«Να μην κάθεσθε την ώρα της θ. Λειτουργίας. Ο νους σας να μην πετάει εδώ κι εκεί. Όσο θα είσθε στην εκκλησία να το πάρετε απόφαση, να διαθέσετε όλο τον χρόνο στην προσευχή».
***
Σε μια γυναίκα που άφησε αβοήθητη μια μητέρα που γεννούσε και πέθανε το παιδί της στάθηκε πολύ αυστηρός στην ασπλαχνία της. Μετά την εξομολόγηση της είπε: «Για να συγχωρεθείς, θα πας στο σπίτι σου, και θα παρακαλέσεις πολύ την Παναγία να σε βοηθήσει να κάνεις τον κανόνα σου. Θα πας να ζητιανέψεις σε εφτά χωριά. Από το πρωί ως το βράδυ θα ζητιανεύεις στο ένα χωριό και ότι μαζεύεις θα το μοιράζεις σε φτωχούς και ορφανά. Αυτό θα το κάνεις επί μία εβδομάδα». Η γυναίκα ρώτησε αν μπορεί να μοιράσει χρήματα δικά της, για μην εκθέσει την οικογένειά της. Ο Γέροντας όμως επέμενε: «Το αμάρτημα αυτό δεν συγχωρείται με χρήματα, αλλά με ζητιάνεμα, για να ταπεινωθείς, για να φύγει ο εγωισμός, για να πέσει η μύτη ως το χώμα».
***
Σε κάποιον που αποφάσισε να διαλύσει τον γάμο του επειδή η πεθερά του επενέβαινε αδιακρίτως στα του οίκου του, τον συμβούλευσε ο Γέροντας: «Την γυναίκα δεν την χωρίζουν εύκολα. Αυτή σου την έδωσε εσένα ο Θεός, να υποφέρεις μαζί της».
***
Είπε σε κάποιον προσκυνητή για την αντιδικία: «Σου έκανε εκείνο, του έκανες εσύ, σου έκανε εκείνος, πάλι του έκανες εσύ ...; Αυτά δεν τελειώνουν. Εσύ δεν έπρεπε να συνεχίσεις την ανταπόδοση του κακού».
***
«Οι υποσχέσεις στον Θεό δεν πρέπει να αθετούνται».
***
«Να μη σκέπτεσθε μόνο τι θα φάτε, τι θα φορέσετε, τι μεγάλο σπίτι θα χτίσετε. Να κτυπάτε τις πόρτες των φτωχών, των αρρώστων, των ορφανών. Περισσότερο να προτιμάτε τα σπίτια των θλιμμένων παρά των χαρούμενων. Εάν κάνετε καλά έργα, θα έχετε μεγάλο μισθό από τον Θεό. Θ' αξιωθείτε να δείτε θαύματα, και στην άλλη ζωή θα έχετε απέραντη αγαλλίαση».
***
«Πάντα να ζείτε σεμνά και ταπεινά, δίχως εγωισμό ...; Πάντα να φροντίζετε ν' αγαπάτε τους γέρους, τα ορφανά, τους αρρώστους. Να συναναστρέφεστε με φτωχούς και με ανθρώπους που οι άλλοι τους ταπεινώνουν».
***
Είπε ο Γέροντας σε προσκυνήτρια της μονής: «Στον φτωχό που σου ζήτησε να του δώσεις ψωμί δεν του έδωσες και τώρα ήρθες να κάνεις σαρανταλείτουργο για να επιδειχθείς;»
***
«Η Παναγία δεν θέλει μεγάλες λαμπάδες, ελεημοσύνη στους φτωχούς θέλει».
***
Είπε σε μια γυναίκα που τον συνάντησε στο μοναστήρι: «Τι; πηγαίνεις κάθε ημέρα στην Εκκλησία και δεν έχεις συγχωρεθεί με τα παιδιά σου;».
***
Σε μια νέα γυναίκα είπε: «Εσύ για την αγάπη που έδειξες στην κατάκοιτη μητέρα σου έκανες πολύ καλά. Ο Θεός σου τα συγχώρεσε όλα».
***
«Ο γεωργός όταν αρχίσει να οργώνει για να σπείρει, βλέπει πάντα εμπρός και προχωρεί, δεν γυρίζει να δει πίσω του και ο Θεός τον προστατεύει».
***
Έλεγε ο Γέροντας ότι αυτά που σώζουν τον άνθρωπο είναι «τα έργα τα καλά του Θεού, η ταπείνωση, η υπακοή, η αγάπη, η ελεημοσύνη».
***
Ο Γέροντας παρ' ότι περιστοιχιζόταν από τόσο πολύ κόσμο, που τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε, αισθανόταν μόνος του. Δεν είχε ανθρώπους να τον καταλάβουν καλά, να τον μιμηθούν, να τον διαδεχθούν. Αναπαυόταν  στο θέλημα του Κυρίου. Σε στιγμές ειλικρίνειας και πόνου αναφωνούσε: «Πολλά τα πρόβατα, αλλά πολύ λίγο το γάλα».
***
«Δεν αντέχω να βλέπω το κακό. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Και μόνο που στη γη πατάμε και σάρκα φοράμε κάθε βήμα μας είναι και αμαρτία».
***
«Μέσα στην αμαρτία κυλιέται ο κόσμος και δεν το καταλαβαίνει. Αυτά με κουράζουν, δεν αντέχω».
***
«Όλοι θα φύγουμε από αυτή τη ζωή. Είμαστε περαστικοί από εδώ. Εδώ ήλθαμε να δείξουμε τα έργα μας και να φύγουμε».
***
Πριν κοιμηθεί, είπε σε πνευματικό του τέκνο: «Γιαβρούμ (=παιδί μου), εγώ άσπρα-μαύρα, πέρασα τη ζωή. Εσύ να δούμε τι θα κάνεις; πως θα τα περάσετε;».
***
«Οι άνδρες πρέπει ν' αποφεύγουν να έρχονται σε ερωτική επαφή τις Κυριακές και τις γιορτές για να μη γεννιούνται ανάπηρα παιδιά».
***
Αν αγαπούσε κάποιον, ο Γέροντας, του έστριβε τ' αυτί. Τον χορό δεν τον θεωρούσε αμαρτία. Χόρευε κι ο ίδιος ποντιακούς χορούς.
***
Λίγες μέρες πριν την οσιακή κοίμησή του, έβλεπε τα βουνά και έλεγε: «Ευλογημένα βουνά, μόνα σας θα μείνετε». Σαν να τ'αποχαιρετούσε.



Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Ο Μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης.
Γ.Κ. Χατζόπουλου, Θαύματα και Προφητείες του οσίου πατρός Γεωργίου Καρσλίδη.
πηγή

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΕΡΙΣΤΕΡΕΩΤΑ


Η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα ιδρύθηκε το 752 μ.Χ. στο όρος Πυργί στην περιοχή Γαλλίαινα της Ματσούκας, 30 χλμ. Ν.Α. από την Τραπεζούντα. Ονομάστηκε Περιστερεώτα, γιατί κατά την παράδοση τρία περιστέρια οδήγησαν τους ισάριθμους ιδρυτές μοναχούς από τα δάση των Σουρμένων, απόσταση 50 χλμ. από την τοποθεσία της Μονής. Στην ίδια περιοχή εξάλλου ήταν χτισμένες και οι άλλες δυο μεγάλες Μονές του Πόντου, η Παναγία Σουμελά (386 μ.Χ.) και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαζελών (270 μ.Χ.) και οι οποίες έμελλε στα επόμενα χρόνια να διαδραματήσουν σημαντικότατο ρόλο στην ιστορία των Ελλήνων στην περιοχή. Το 1203, ένα χρόνο πριν από την ίδρυση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας από τους Δαυίδ και Αλέξιο Μ.Κ., η Μονή ερημώνεται από περσικές επιδρομές. Μόλις το 1388 ανασυστήνεται από το Θεοφάνη, προήγουμενο της Μονής Σουμελά, ο οποίος αφού ανακαίνισε τα κελιά και το ναό, κάλεσε μοναχούς και ιερομόναχους και ο ίδιος έγινε Ηγούμενος. Κατάφερε και εξασφάλισε και τη βοήθεια του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιου Γ' Μ.Κομνηνό (1349 - 1390) ο οποίος εξέδωσε και χρυσόβουλο για τη Μονή. Το 1461 το Μοναστήρι έπαθε νέες ζημιές από επιθέσεις και διαρπαγές ενώ το 1483 κάηκε το Άγιο Βήμα του Καθολικού της Μονής από απροσεξία του εκκλησιάρχου Ιωαννίκιου. Από την πυρκαγιά αυτή καταστράφηκαν διάφορα έγγραφα,κώδικες και το Χρυσόβουλο του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Αλέξιου Γ' Μεγάλου Κομνηνού. Το 1493 η Μονή ξαναχτίστηκε με άδεια και προνόμια του Σουλτάνου Βαγιαζίτ Β' (1481-1512). Τα προνόμια αυτά της Μονής ενίσχυσε με ιδιαίτερο Χρυσόβουλο και ο διάδοχος του Βαγιαζίτ, Σουλτάνος Σελίμ Α' (1512-1520). Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντος Γεννάδιος για να ενισχύσει τη Μονή, με "εκδοτήριο γράμμα" του το 1501 αύξησε την κτηματική περιουσία της Μονής, με την προσθήκη της "τοποθεσίας της εξαρχίας Γαλίαινας". Το 1701 ο πατριάρχης Καλλίνικος Β΄εξέδωσε σιγίλλιο με το οποίο αναγνωρίζει το μοναστήρι αυτό ως σταυροπηγιακό. Το σιγίλλιο αυτό επικυρώθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1706) και από τον Πατριάρχη Γαβριήλ Γ΄. Στην εξαρχία της Γαλίαινας υπάγονταν 953 οικογένειες (στέφανα) και 4000 ψυχές. Κάθε οικογένεια υποχρεωνόταν να καταβάλει στη Μονή 5 οκάδες καλαμπόκι ως ετήσια προσφορά, αντ'αυτού το μοναστήρι εκτός από ιερέα συντηρούσε σε κάθε χωριό ένα δάσκαλο. Επίσης ο Ηγούμενος ως έξαρχος των γύρω χωριών χειροτονεί ιερείς, εκδίδει άδειες γάμων και διαζυγίων και γενικά ασκεί το πνευματικό του έργο ως αναγνωρισμένος ποιμενάρχης. Συνολικά η μονή είχε 392 πολυτελή δωμάτια και πλούσια βιβλιοθήκη αποτελούμενη από 7500 τόμους βιβλίων. Με δικές της ενέργειες, εκτός των άλλων σχολείων που συντηρούσε, συστήθηκε το 1909 η Κεντρική Σχολή της Γαλλίαινας, που ήταν πλήρες τετρατάξιο Ημιγυμνάσιο. Εξάλλου σ'ένα από τα δυο μετόχια του Μοναστηριού στην Τραπεζούντα στεγαζόταν στις αρχές του 19ου αιώνα το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας πριν στεγαστεί σε δικό του διδακτήριο (1845) απ'όπου μεταστεγάστηκε οριστικά στο μεγαλεπήβολο σημερινό κτήριο που εγκαινιάστηκε το 1902. Πολλές μεγάλες προσωπικότητς του Γένους, όπως Πατριάρχες, Μητροπολίτες, καθηγητές και δάσκαλοι είχαν ως πρωταρχική βάση μόρφωσης και εξόρμησης την Μονή του Περιστερεώτα. Χιλιάδες ήταν κατ'έτος οι οικονομικές ενισχύσεις πτωχών και αναξιοπαθούντων οι οποίοι προσέτρεχαν στην Μονή μη έχοντας άλλη ελπίδα για βοήθεια. Η σημαντικότερη όμως προσφορά της Μονής του Περιστερεώτα, όπως και άλλων μεγάλων Μονών του Πόντου, ήταν η διατήρηση της ελληνοχριστιανικής συνείδησης στους Έλληνες. Αποτελούσαν την πνευματική, διοικητική και εθνικοκοινωνική ποδηγέτηση των υποδούλων. Το μοναστήρι είχε πολλά κειμήλια αμύθητης αξίας, εκ των οποίων τα περισσότερα χάθηκαν στην Ανταλλαγή. Το 1903 η Μονή είχε 15 μοναχούς. Τα παλαιότερα κτίσματα του Μοναστηριού κάηκαν τον Ιανουάριο του 1904 από πυρκαγιά. Ξαναχτίστηκαν έπειτα από τον Ηγουμενεύοντα αρχιμανδρίτη Γρηγόριο, με βοηθούς τους μοναχούς Ιλαρίωνα και Θεοδόσιο. Η Μονή λειτούργησε για έντεκα και πλέον αιώνες διαδραματίζοντας πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και διατήρηση της ελληνοχριστιανικής συνείδησης και ερημώθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1923 και οι εναπομείναντες μοναχοί, ακολουθώντας τη μοίρα του υπολοίπου ελληνισμού πέρασαν στην Ελλάδα.

Η Ιστορία της Μονής στην Ελλάδα

Το 1965 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το Σωματείο με την ονομασία "Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτα". Οραματιστής και πρωτεργάτης της ιδέας ήταν ο δικηγόρος Χαράλαμπος Κιαγχίδης, ο οποίος και σημάδεψε με τους αγώνες του το μέλλον του σωματείου. Εξάλλου μέχρι και το 1983 ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου.Το 1968 ο σύλλογος ανιστόρησε την Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα στους πρόποδες του όρους Βερμίου, στο Ροδοχώρι Ναούσης, σε μια ειδυλλιακή καταπράσινη τοποθεσία, εκτάσεως 200 στρεμμάτων, την οποία παραχώρησαν οι κάτοικοι του Ροδοχωρίου από την ιδιοκτησία τους. Τα επίσημα εγκαίνεια της Ι.Μονής έγιναν στις 16 Ιουνίου 1978,χοροστατούντος του Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας, Καλλίνικου. Το 1983 διαδέχεται τον Χαράλαμπο Κιαγχίδη στην προεδρία ο δικηγόρος Κωνσταντίνος Κυριακίδης με σημαντική προσφορά για 14 χρόνια. Ακολουθεί ο εκδότης Αναστάσιος Κυριακίδης, ο οποίος έδωσε ιδιαίτερη ώθηση στο πνευματικό και ερευνητικό κέντρο, ενώ από το ΣΕπτέμβριο του 2000 μέχρι και σήμερα πρόεδρος είναι ο Αριστείδης Κυριακίδης. Στο Ροδοχώρι Ναούσης παράλληλα με το Ναό λειτουργεί τριώροφος ξενώνας, στον οποίο υπάρχει χώρος για πολιτιστικές εκδηλώσεις, καθώς και το ένα μέρος της βιβλιοθήκης. Στο Ροδοχώρι φυλάσσονται και τα κειμήλια, όπως η εικόνα του Αγίου Γεωργίου, δυο μαρμάρινα περιστύλια από το Ιερό Βήμα της Μονής καθώς και λείψανα πέντε αγίων. Επίσης σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο φυλάσσονται τα ιερά οστά των Ιερομονάχων της παλιάς Μονής του Αγίου Γεωργίου στον Πόντο. Από το 1984 σε συνεργασία με την Χριστιανική Αδελφότητα "Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ" καθιέρωσε και συνεχίζει να λειτουργεί μέχρι σήμερα, μαθητικές κατασκηνώσεις, κατά τους θερινούς μήνες, στους χώρους της Μονής.Από το 1990 βοηθά συστηματικά ομογενείς από τις πρώην ανατολικές χώρες, χορηγεί υποτροφίες για άπορους φοιτητές και μαθητές και από κοινού με τη Μέριμνα Ποντίων Κυριών και το Σύλλογο Κρωμναίων Καλαμαριάς αποστέλλει χρηματική βοήθεια για τη λειτουργία ελληνικού σχολείου στην Τυφλίδα. Το 1995 πραγματοποιούνται τα εγκαίνια του πνευματικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη. Ο σύλλογος διαθέτει ιδιόκτητες εγκαταστάσεις συνολικού εμβαδού πλέον των 500 τ.μ. στην οδό Ολυμπίου Γεωργάκη 4 στην Θεσσαλονίκη όπου στεγάζονται τα γραφεία του, το πνευματικό και ερευνητικό κέντρο, καθώς και η αίθουσα εκδηλώσεων.Οι χώροι διαθέτουν υλικοτεχνική υποδομή κατάλληλη για πραγματοποίηση συνεδρίων, σεμιναρίων, εκθέσεων και για ερευνητικό επιστημονικό έργο.Από το 1995 λειτουργεί το "Κέντρο Ερευνών και Τεκμηρίωσης για τον Ελληνισμό των Βαλκανικών και Παρευξείνιων χωρών". Το 1998 γιορτάστηκαν με μεγάλη επισημότητα και με πολύ μεγάλη επιτυχία στην Αίθουσα τελετών του ΑΠΘ τα 1200 χρόνια συνεχούς λειτουργίας της Ιεράς Μονής.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος.Όσιος Γεώργιος Ομολογητής

Εικόνα
Στο συνοικισμό των Ταξιαρχών Δράμας (Σίψα) πρώτος «οικιστής» κατά το έτος 1930 υπήρξε ο μακαριστός πατήρ Γεώργιος Καρσλίδης (1901 - 1959), ο αποκτήσας την φήμη οσίου ανδρός. Σήμερα στο σημείο αυτό ανθεί μια πολυπληθής γυναικεία αδελφότης μοναζουσών που αποτελεί την Ιερά Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος. 

Παραθέτουμε στην συνέχεια ιστορικά στοιχεία για την αδελφότητα, όπως έχουν καταχωρηθεί ως επίλογος στο βιβλίο «ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης, 1901 - 1959», που συνέγραψε ο Μονάχος Μωϋσής Αγιορείτης κι εξέδωσε η Ι. Μονή το 1989. Στην έκθεση των στοιχείων αυτών φαίνεται και η συμβολή της ταπεινότητος μου στην ίδρυση, ανάπτυξη και πρόοδο της λαμπρής σήμερα Ιεράς Μονής : 

Θεού ευδοκία, από ετών μικρά τις αδελφότης αφιερωμένων νεανίδων εγκαταβιούσε και ησκείτο εις ιδιόκτητων οίκημα εντός της πόλεως Δράμας, υπό την πνευματικήν καθοδήγησιν της νύν ηγουμένης Ακυλίνης Παρμαξίδου, αναπτύσσουσα και δράσιν ιεραποστολικήν, παραλλήλως προς την επιμέλειαν δια την εσωτερικήν καλλιέργειαν της ψυχής και την εν Χριστό τελείωσιν των. Η επιθυμία δε αυτή διαρκώς αυξανομένη ωδήγησεν αυτάς εις την ομόφωνον απόφασιν να εγκαταλείψουν δια παντός τον κόσμον και να ενταχθούν εις τας τάξεις των μοναχών. Όθεν το 1968 ήρχισεν η αναζήτησις δια την εξεύρεσιν τόπου καταλλήλου δια την ίδρυσιν Ιεράς Κοινοβιακής Μονής. 

Κινούμενοι υπό του ενθέου ζήλου όπως βιώσουν την «ξενιτείαν» καθώς συνιστούν οι άγιοι Πατέρες της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους επιθυμούντας να ζήσουν την αγγελικήν πολιτείαν, ηρνήθησαν κατ΄ αρχήν να δεχθούν πρότασιν του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου, κατά πάντα σεβαστού και ευυπολήπτου ιεράρχου, δια του οποίου το ορθοδοξότατον και φιλομόναχον φρόνημα ουδόλως αμφέβαλον. 

Ο Σεβασμιώτατος παρώτρυνεν αυτάς όπως επανδρώσωσι την μικράν Ι Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος εν τω συνοικισμώ των Ταξιαρχών Δράμας (Σίψα), περιοχή ήτις κατωκήθη το πρώτον κατά το 1930 υπό του μακαριστού Οσίου Πατρός Γεωργίου Καρσλίδη εξ Αργυρουπόλεως Πόντου, ζήσαντος εν ασκήσει και αναδειχθέντος χαρισματούχου πνευματικού πατρός του πληρώματος της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, κοιμηθέντος δε ενταύθα κατά το σωτήριον έτος 1959. 

Αλλεπάλληλα εν τούτοις γεγονότα απέδειξαν τελικώς ότι η πρότασις του Σεβασμιωτάτου ήτο η έκφρασις του θελήματος του Θεού, καθώς και η επιθυμία του Όσιου Πατρός Γεωργίου, όστις έτι ζών ηυλόγει συχνάκις τον τόπον, διότι - καθώς έλεγε - επρόκειτο να γίνη μεγάλη Μονή ενταύθα, και δια τούτο υπετάγησαν. . . 

Με την χάριν του Αναληφθέντος Χριστού, την ευλογίαν του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου και την πατρικήν επίβλεψιν και προστασίαν του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου, τον Απρίλιον του 1970 εζωογονήθη η από του 1959 ( έτος κοιμήσεως του μακαριστού Γέροντος) εγκαταλελειμμένη περιοχή, ήτις περιέβαλεν ναϋδριον επ΄ ονόματι της Αναλήψεως του Σωτήρος, ανεγερθέν μεν υπό του μακαριστού Οσίου Γέροντος Γεωργίου, ανακαινισθέν δε υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ.κ. Διονυσίου. 

'μα τη ενταύθα εγκαταστάσει της πρώτης μοναστικής αδελφότητος έσπευσε μετά πολλής χαράς να υποταγή και συγκαταριθμημή εν αυτή η μονή χειροθετηθείσα μοναχή υπό του μακαριστού Γέροντος, 'ννα Μακκαβαίου, άξιον τέκνον αυτού κατά πάντα. 

Εις τη δυτικήν πλευρά του ναού, εκατέρωθεν εις της εισόδου αυτού, ένθα και το καμπαναριό, υπάρχουν δύο κελλία. Το εν εξ αυτών εχρησίμευεν ως κελλίον του Γέροντος. Εκεί εδέχετο και τους προσκυνητάς, όταν ήτο χειμών ή ήτο ασθενής. Και ταύτα ανεκαινίσθησαν και κατοικούνται. 

Με την βοήθειαν αποσταλέντων στρατιωτών - τη παρακλήσει του Σεβασμιωτάτου - κατηδαφίσθη παράπηγμα βορείως του ναού ευρισκόμενον και χρησιμεύον ως στοχειώδης ξένων δια τους προσερχομένους προσκυνητάς, και ήρχισαν αι εγρασίαι ανεγάρσεως των κτιριακών εγκαταστάσεων της Ι. Μονής. 

Με την άοκνον προσπάθειαν των πρώτων αδερφών και την ενεργόν παρουσίαν της πρώτης και νύν Καθηγουμένης Ακυλίνης καθώς και την άγρυπνον και επίμονον παρακολούθησιν τοθ Σεβασμιωτάτου, αποπερατώθη το πρώτον κτίσμα με κελλία, τράπεζαν και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, όπου εγκατεστάθησαν αι αδελφαί, και το οποίον σήμερον αποτελεί τον ξενώνα της μονής, ανηγέρθη δε εις τον τόπον του παλαιού ξενώνος. 

Ούτο την 25ην του μηνός Απριλίου του σωτήριου έτος 1971 εγένοντο τα εγκαίνια της Ιεράς Μονής. 

Συντόμως ανοικωδομήθη αίθουσα μεγάλη νοτιοανατολικώς του ξενώνος, ήτις και σήμερον χρησιμεύει ως τράπεζα των προσκυνητών και ως αίθουσα μνημοσύνων. 

Εν τω μεταξύ τα μέλη της αδελφότητος επληθύνοντο και αι ανάγκαι απήτουν την ανέγερσιν μεγαλυτέρου οικοδομήματος δια την εγκατάστασιν των αδερφών. 

Δια την νεοσύστατον αδελφότητα, παρ΄ όλην την συνεισφοράν των ατομικών των κτημάτων, που προσεκόμισεν εκάστη, είτε εκ της πατρικής της περιουσίας είτε εκ του μόχθου της εργασίας των εν τω κόσμω, αλλά προσέτι και του καθημερινού κόπου και ιδρώτος των εν τη Μονή, δεν ήτο εν τούτοις ασήμαντον το οικονομικόν πρόβλημα, καθώς και πλείστα άλλα προβλήματα, ως ήτο η ανεπάρκεια ύδατος κ.τ.λ. Τοιουτοτρόπως όμως κατέστη κατ΄ επανάληψιν εμφανής και η φροντίς και ευλογία του Θεού, δια πρεσβειών του Οσίου Γέροντος Γεωργίου, ήτις ανεπτέρωνεν το ηθικόν των αδελφών και ασυνέχιζον τον σκληρόν, αλλα ωραίον αγώνα των κτιτόρων, τη πρωτοπόρω πάντοτε και εμπνευσμένη παρουσία της ακαμάτου πνευματικής ημών Ακυλίνης. 

Ούτω τον Μάρτιον του 1975 ετέθησαν τα θεμέλια και την 21ην Νοεμβρίου του 1976 εγκατεστάθησαν εις την νεόδμητον διώροφον πτέρυγα, ήτις εις μεν τον άνω όροφον περιλαμβάνει τα κελλία των μοναζουσών, εν μέσω δε αυτών τον ναΐσκων της Αγίας Ακυλίνης, εις δε τον πρώτον όροφον τέσσερα κελλία, το ηγουμένειον, το νοσοκομείον, την βιβλιοθήκην και την τράπεζαν των αδελφών. Νοτιοανατολικώς το επικλινές έδαφος επέτρεψε την κατασκευήν και ετέρου ορόφου, όπου στεγάζονται τα εργαστήρια των μοναχών και άλλοι απαραίτητοι βοηθητικοί χώροι. 

Κατά το αυτό σωτήριον έτος, 1976, την 5ην Νοεμβρίου, εγένετο και η επίσημος αναγνώρισης της Ι. Μονής, κατόπιν εισηγήσεως του οικείου Μητροπολίτου, δια της υπ΄ αριθ. 4321/2067/17-9-1976 αποφάσεως της Αγίας και Ιεράς Συνόδου Εκκλησίας της Ελλάδος δημοσιευθείσης εις το υπ΄ αριθ.1391/5-11-76, Β΄ Φ.Ε.Κ. «Περί ιδρύσεως Γυναικείας Κοινοβιακής Μονής» και αποτελεί έκτοτε Νομικόν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, κατά την διέταξιν του άρθρου 1, παράγρ. 4 του Νόμου 590/1977. 

Η ως άνω πτέρυξ των κελλίων επεικτεινομένη νύν εις σχήμα Π περιλαμβάνει το καθολικόν της Ι. Μονής, ναόν νεόδμητον, μαρμάρινον και περικαλλή, σταυροειδή μετά τρούλλου, όστις θεμελιωθείς ενεκαινιάσθη την 3ην Μαΐου του σωτήριου έτος 1987(Κυριακή των Μυροφόρων), αφιερώθη δε εις την Υπαπαντήν της Θεοτόκου και του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. 

Αμέσως μετά τα εγκαίνια ο ιερός ούτος ναός ήρχισε να αγιογραφήται υπό των διακεκριμένων αγιογράφων, Αγιορειτών πατέρων, Θεόφιλου και Χρυσοστόμου, των Παχωμαίων, πιστών συνεχιστών της βυζαντινής αγιογραφικής παραδόσεως, τη συνδρομή ευλαβών δωρητών, ήδη συνεπληρώθη η ανιστόρησις της κόγχης του Ιερού, της αγίας Προθέσεως, καθώς και του τρούλλου. 

Βορειοανατολικώς των κτιριακών εγκαταστάσεων της Ι. Μονής συναντά κανείς τον λαχανόκηπον, τον οπωρώνα, τον αμπελώνα και διασχίζων στοάν επιμηκεστάτην σκεπομένην υπό κλημάτων οδηγείται εις το κοιμητήριον της μονής, όπου ο χαριτωμένος ναός των Αρχαγγέλων και ο τάφος, όπου αναπαύεται από την 12ην Ιανουαρίου του 1981 η μακαριστή Γερόντισσα Άννα, η πρώτη κοιμηθείσα εν Κυρίω Αδελφή της μοναστικής αδελφότητος, «το πιστόν τέκνον» του μακαριστού Γέροντος Γεωργίου, καθώς του ήρεσκε να την αποκαλή. 

Εις την βορειοδυτικήν πλευράν υπάρχει αμυγδαλεών και εντός αυτού ο ορνιθών της μονής, ενώ νοτίως του κτιριακού συγκροτήματος και εντός του περιβόλου της μάνδρας ευρίσκεται ο ελαιών με τον σταύλον και τον αχυρώνα. 

Η κατανομή των διακονημάτων γίνεται υπό της καθηγουμένης, ήτις ως πνευματική μήτηρ της αδελφότητος, εν φόβου Θεού και αγάπη ασκεί πάσαν πνευματικήν εξουσίαν εφ΄ όλων των αδελφών, διακονεί και επιμελείται την ευόδωσιν του όλου έργου της αδελφότητος, αναλόγως δε της ικανότητος και δυνάμεως εκάστης μετά διακρίσεως, αναθέτει εις όλας τας αδελφάς «ως ευλογίαν» τα διάφορα διακονήματα. 

Από της ιδρύσεως της Ι. Μονής τινές των αδελφών ασχολούνται με την αγιογραφίαν φορητών εικόνων, ακολουθούσαι την βυζαντινήν παράδοσιν. Έργα των είναι και αι εικόνες του τέμπλου του καθολικού και των παρεκκλησίων της Ι. Μονής, πολλαί δε εικόνες αυτών κοσμούν τους ιερούς ναούς της πόλεως Δράμας, της περιφερείας αυτής και αλλαχού της Ελλάδος. 

'λλαι αδελφαί προσπαθούν να συνεχίσουν την παράδοσιν του χρυσοκεντήματος τις χειρός, αντιγράφουσαι παλαιά πρότυπα, έτεραι δε ασχολούνται με χρυσοκέντητα της μηχανής. 

Εις το ιερορραφείον αδελφαί ράπτουσιν ιερά άμφια και καλύμματα αγίας τραπέζης, ιερών σκευών κ.λ.π., ενώ εις το εργαστήριον της εκθέσεως αι αδελφαί ετοιμάζουν διάφορα εργόχειρα και εκκλησιαστικά αντικείμενα. 

Το πλεκτήριον εξωπλισμένον με ηλεκτροκίνητους μηχανάς καλύπτει τας ανάγκας της αδελφότητος και πλουτίζει την έκθεσιν με διάφορα πλεκτά, εις δε το κηροπλαστείον ετοιμάζονται τα κεριά δια τους ναούς και τα παρεκκλήσια της μονής. 

Αδελφαί προσέτι καλλιεργούν τους κήπους, περιποιούνται τα ζώα της Ι. Μονής, φροντίζουν δια την καθαριότητα αυτής, καθώς και δια την φιλοξενίαν των ευλαβών προσκυνητών. 

Η Ι. Μονή Αναλήψεως του Σωτήρος ευρίσκεται βορείως της πόλεως Δράμας εις τον 13ον χιλιόμετρον επί της αμαξιτής οδού Δράμας - Σιδηρόνερου. Έμπροσθεν της υψούται το όρος Φαλακρόν, λευκοντυμένον από του φθινοπώρου μέχρι τας αρχάς του θέρους. Εις υψόμετρον πεντακοσίων μέτρων από της επιφάνειας της θαλάσσης στέκει αυτή ως φύλαξ άγγελος της μικράς κώμης, ήτις σήμερον φέρει το όνομα Ταξιάρχαι, είναι δε εις όλους γνωστή με το όνομα Σίψα. Δια τούτου και η Ιερά ημών Μονή είναι πλέον γνωστή ως μοναστήρι της Σίψας ή του Γέροντος Γεωργίου Καρσλιδή.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Ο μακαριστός ιερομόναχος Eφραίμ Κατουνακιώτης για τον Άγιο Γεώργιο Καρσλίδη



Ο μακαριστός ιερομόναχος Eφραίμ Κατουνακιώτης είχε πληροφορία ότι ο όσιος Γεώργιος είναι μεγάλος άγιος. Έτσι παρά την ηλικία και την ασθένειά του πήγε ταπεινός προσκυνητής στο μοναστήρι του οσίου και γονάτισε για να προσευχηθεί στον τάφο του. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που ζήτησε να του φτιάξουν εικόνα του οσίου με φωτοστέφανο. Φεύγοντας από τον τάφο πήρε χώμα ως φυλαχτό. Όταν ένας ιερεύς επισκέφθηκε τον παπα-Εφραίμ στα Κατουνάκια και του είπε πώς έχει κάποια προβλήματα με την οικογένειά του, τού υπέδειξε ότι τον ιατρό τον έχει πλησίον του, εννοώντας τον όσιο Γεώργιο. Μάλιστα τού έδειξε το χώμα, το οποίο είχε πάρει από τον τάφο του, το οποίο έβγαζε ένα λαμπερό φώς, ως να καιγόταν βαμβάκι βουτηγμένο σε οινόπνευμα. Ο ιερεύς αυτός ειχε διατελέσει προ ετών εφημέριος στη μονή του οσίου.
Πηγή: Μοναχού Μωυσύεως Αγιορείτου, Όσιος Γεώργιος της Δράμας (1901-1959), Έκδοσις Ιεράς Μονής Αναλἠψεως του Σωτήρος Ταξιάρχες (Σίψα), Δράμα.

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ(1901-1959)+4 Νοεμβρίου




Πρεσβείες του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Γεωργίου του Ομολογητού Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. 


Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν - στις 18 Μαρτίου 2008 - ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.

Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του - ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας - σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου - την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.

Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.

Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ' Αυτόν ε­πιθυμεί ν' αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.



Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».

Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.

Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.

Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι' αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».
Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.



Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους...

Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.

Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται... Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!

Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».

Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι' αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.
Οι διώξεις της Εκκλησίας από το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 και οι φυλακίσεις, τον ανάγκασαν να ΄΄ερθει το 1929 στην Ελλάδα. Φωτογραφίζεται ως λαϊκός κατ΄ανάγκη στην ηλικία των 28 ετών κατά την αναχώρησή του από την Ρωσία.

 
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.


Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».

Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι' αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.

Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ' όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.

Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας...

Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.

Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολογητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.

Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.

Εορτασμός Αγίου Γεωργίου του Σιδερή στην Επισκοπή Γωνιά (Πάνω - Παλιό Χωριό) της Σαντορίνης 3.11.2012

Ο Άι Γιώργης ο «Σιδερής» είναι ένα τοπικό τοπωνύμιο της περιοχής του Παλιού Χωριού της Σαντορίνης. Αρκετοί κάτοικοι της περιοχής συχνά έταζαν το παιδί τους στον Άγιο όταν για κάποιος λόγους ζητούσαν την βοήθειά του, όπου κατά την σημερινή ημέρα εορτάζουμε την Ανακομιδή των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου.
   Ως εκ τούτου στην περιοχή μας σήμερα γιορτάζουν αρκετοίΓιώργηδες καθώς επίσης, και Σιδερήδες ένεκα της τοπικής
τοπωνυμίας του Αγίου Γεωργίου του "Σιδερή".
Έτσι λοιπόν αρκετοί κάτοικοι του νησιού τιμούν τον Άγιο Γεώργιο και κατά την ημέρα αυτή όπου προσέρχονται από διάφορα μέρη για να πάρουν την χάρη του.
Η εκκλησία του Αγίου βρίσκεται στο πάνω και τελευταίο σημείο του Πάνω Παλιού Χωριού, με ελάχιστη διαφορά από τον οικισμό του Πύργου.
Μάλιστα, θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, ο δρόμος αυτός που διέρχεται έξω από τον Άι Γιώργη είναι ο πρώτος σκαλωτός και λιθόστρωτος δρόμος που ένωνε τον Πύργο με την Μέσα Γωνιά (ή Παλιό Χωριό) της Σαντορίνης, όπου καθημερινά ανεβοκατέβαιναν οι αγρότες του Πύργου και της Μέσας Γωνιάς με τα παραδοσιακά και τετράποδα μεταφορικά τους μέσα.
   Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έγινε η περιφορά των αγίων εικόνων, ευλογία τηςπανήγυρης των προσφερόντων και στη συνέχεια μοιράσθηκε στο εκκλησίασμα.
Η κλασσική πανήγυρη αποτελείτο από «Κουφέτο» αμυγδαλόψιχες και μέλι (επεξεργασμένες με ανάλογο τρόπο ώστε να είναι μαλακό και αφράτο) - τηγανητά ψάρια (γόπες) με δενδρολίβανο (αλισμαρί) σκόρδο και ποτισμένα σε τηγανισμένο ξύδι – σουβλάκι καλαμάκι και άφθονο ντόπιο κρασί!
Στη συνέχεια υπήρχαν και άλλα μεζεδάκια, όπωςσαντορινιά λουκάνικα, γούλες με λαρδί, παστές σαρδέλες σε λαδόξυδο με κομμάτια από σκόρδο και μαϊντανό, καπνιστές ρέγγες, και παστό μπακαλιάρο, ελιές και άλλα πολλά.
Το πιο εντυπωσιακό είναι το τεντωμένο σχοινί στο οποίο κρέμαγαν ολόκληρο το παστό φύλο του μπακαλιάρου, καθώς και ολόκληρες καπνιστές ρέγγες, όπου τσιμπολογούσαν και έτρωγαν.
   Στη συνέχεια ακολούθησε η ρίμα του Αγίου Γεωργίου όπου ειπώθηκε από τον συντοπίτη μας Βαγγέλη Συρίγο, αλλά και η ευχάριστη παρέα του μπουζουξή μας  Μανώλη Πρέκα (της Κυριάκας) δίνοντας ένα ιδιαίτερο ρυθμό και κέφι στο χώρο αυτό.
Η συνέχεια ΕΔΩ

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΝΕΑΠΟΛΙΤΗΣ (+ 3 Νοεμβρίου). Το ι. λείψανό του βρίσκεται άφθορο στην Αθήνα (Ι.Ν.Αγ. Ευσταθίου Περισσού)


Ο Άγιος Γεώργιος ο Νεαπολίτης υπηρέτησε ως Λειτουργός του Υψίστου στην Νεάπολη (Νεβ-Σεχήρ) της Καππαδοκίας και μαρτύρησε το 1797 Μ. Χ., υπό τις ακόλουθες συνθήκες: 
Ο Άγιος ιερεύς Γεώργιος διέπρεπε σαν εφημέριος στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου στη Νεάπολη “εν αληθεία και οσιότητι και δικαιοσύνη πορευόμενος εν πάσαις ταις εντολαίς και δικαιώμασι του Κυρίου, άμεμπτος”. Κατά το 1797 προσκλήθηκε από τους χριστιανούς του χωρίου Μαλακωπή να Ιερουργήσει, αναπληρώνοντας τον εφημέριο τους, τον οποίο καταδίωκαν οι Τούρκοι. Ο ακούραστος Ιερέας Γεώργιος ευχαρίστως δέχθηκε και αναχώρησε για το χωριό. Ξαφνικά όμως, κοντά στη θέση “Κόμπια-Ντερέ”, συνελήφθη από εξαγριωμένους βοσκούς Τούρκους, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον βασάνισαν και τελικά τον αποκεφάλισαν. 
Ανήσυχοι ήταν οι Νεαπολίτες (καθώς μάταια περίμεναν να επιστρέψει ο άγιος από το γειτονικό χωριό που είχε μεταβεί). βγήκαν λοιπόν σε αναζήτησή του. Βρήκαν τελικά το άγιο σώμα και την τίμια κάρα του άψυχα, πεταμένα στο δρόμο μεταξύ των δυο χωριών. Θρηνώντας και κλαίγοντας για τον σκληρό θάνατο του ποιμένα τους, τον κήδευσαν επιτόπου βιαστικά, φοβούμενοι τη μανία των Αγαρηνών. Πάνω στον τάφο του μια πέτρα έφερε την απλή επιγραφή : «Ιερεύς Γεώργιος».
Πέρασε έτσι αρκετός καιρός, όταν μια νύκτα ο άγιος ιερομάρτυς εμφανίζεται σε όραμα σε μια ευλαβή χήρα, διηγούμενος τα όσα συνέβησαν και προτρέποντάς την να ενημερώσει τη Δημογεροντία, για να φροντίσουν να τον βρουν στην τοποθεσία όπου είχε ταφεί. Η γυναίκα δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως, έπειτα από λίγες μέρες, το όνειρο επαναλήφθηκε, έντρομη έπραξε όσα της ζήτησε ο άγιος.
Δίχως αναβολή οι ευσεβείς Νεαπολίτες με επικεφαλής τον ιερέα τους, ονόματι Νεόφυτο, γιο του επίσης ιερέως Βασιλείου, συνεφημερίου του αγίου, σπεύδουν και ανασκάπτουν τον πρόχειρο εκείνο τάφο. Ω του θαύματος! Το τίμιο λείψανο του Αγίου διατηρούνταν σώο και ακέραιο, διαχέοντας ουράνια ευωδία και Χάρη! Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια και δέος, το τοποθέτησαν σε ξύλινη λάρνακα και το μετέφεραν στην οικία του π. Νεοφύτου όπου, κατά την επιθυμία του ίδιου του Αγίου, φυλασσόταν σε ένα κελί. Εκεί προσέρχονταν πάρα πολλοί, ντόπιοι και ξένοι, για να προσκυνήσουν τον Άγιο και να λάβουν αγιασμό από το σεπτό λείψανό του.
Αρχίζουν να τελούνται θαύματα. Ασθένειες και αναπηρίες θεραπεύονται, άτεκνοι αποκτούνπαιδιά, ψυχικά νοσήματα εξαφανίζονται, ακόμη και για ανομβρία καταφεύγουν στον Άγιο οι Νεαπολίτες, για να δουν σε λίγη ώρα την ευλογημένη βροχή να πέφτει δυνατή. Όλοι ομολογούσαν πόσο θαυματουργός αναδείχθηκε ο Άγιος Γεώργιος!
Το 1924, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, αναχώρησαν και οι Έλληνες της Καππαδοκίας για την ελεύθερη Ελλάδα, παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι θεωρούσε πολυτιμότερο. Ο τότε εφημέριος του Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αρχιμανδρίτης Ιγνάτιος, θεωρώντας πρώτο του καθήκον την ασφαλή μεταφορά του θαυματουργού και αφθάρτου λειψάνου του Αγίου Γεωργίου, το μετέφερε από την παραλία της Μερσίνης με ατμόπλοιο στην Αττική. 
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού είχε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία όμως κόπασε με θαύμα του Αγίου (Το θαύμα είναι πως επί κάποιες συνεχόμενες μέρες κάθε βράδυ εμφανιζόταν στο πλοίο ένας Ιερωμένος και θύμιαζε τον χώρο όπου φυλασσόταν το σκήνωμα του Αγίου. Ο Κυβερνήτης νομίζοντας πως είναι ο πατήρ Ιγνάτιος, του έκανε παρατηρήσεις να μην θυμιατίζει το βράδυ γιατί φοβόντουσαν οι ναύτες. Ο πατήρ Ιγνάτιος απάντησε πως όλα αυτά τα βράδια κοιμόταν γιατί ήταν κουρασμένος από την ταλαιπωρία. Του είπε όμως πως στο πλοίο φυλασσόταν το λείψανο του Αγίου Γεωργίου του Νεαπολίτου, οπότε και άναψαν καντήλι στο χώρο. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, ξέσπασε φοβερή θαλασσοταραχή, κατά την οποία αναποδογύρισε το λείψανο του αγίου. Μόλις το έβαλαν στη θέση του, αμέσως η θάλασσα γαλήνεψε).
Στην Αττική το ιερό λείψανο παραδόθηκε στους Νεαπολίτες, οι οποίοι το τοποθέτησαν με ευλάβεια στον Ιερό Ναό του Αγίου Ευσταθίου στη Νέα Νεάπολη του Περισσού. Από τότε άπειρα είναι τα θαύματα και οι ιάσεις που ενεργεί ο Άγιος Γεώργιος σε όσους με πίστη επικαλούνται το όνομά του.

Επιμέλεια Δημήτρης Δημουλάς.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ο ναός και τάφος του Αγίου Γεωργίου στην Λήδα

  Ο ναός του Αγίου Γεωργίου μαρτυρεί την ακμή του Χριστιανισμού στη Λύδδα, που ήταν επισκοπή και μετέπειτα αρχιεπισκοπή. Σήμερα υπάρχει (τιτουλάριος) αρχιεπίσκοπος Λύδδης, που διαμένει στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Στη Λύδδα διαμένει ο ηγούμενος της Μονής.
       Μέχρι σήμερα επικρατούσε η γνώμη ότι η Λύδδα είχε κτιστεί από τη φυλή του Βενιαμίν, αλλά από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύεται ότι η Λύδδα είναι κτισμένη από τους Αιγυπτίους. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Λοντ (LOD) και οι Άραβες Λιντ (LID).
      Ο Δημήτριος Νικάτωρ απέσπασε την Λύδδα από τη Σαμάρεια και την κατέταξε στην Ιουδαία. Μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρος, ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κάσσιος, αφού τυράννησε για αρκετό χρόνο τους κατοίκους της Παλαιστίνης πούλησε τους κατοίκους της Λύδδας ως δούλους, αυτοί όμως δεν άργησαν να απελευθερωθούν και να επανέλθουν στην πόλη τους, κατόπιν διατάγματος του Αντωνίου.
       Η Καινή Διαθήκη αναφέρει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού Αινέα στη Λύδδα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. θ' 32-35).
       Μετά το Χριστό ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε από τη Λύδδα και την κατεδάφισε αλλά μετά λίγο χρόνο η πόλη επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση, όπως φαίνεται, επειδή στη μεταγενέστερη Ιουδαία γίνεται έδρα τοπάρχου, που παραδόθηκε.
      Καθώς πολλές πόλεις επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας μετονομάστηκαν, έτσι και η λύδδα πήρε το όνομα Διόσπολις, προς τιμή του Δία. Και το όνομα υπάρχει στα νομίσματα, που χαράχθηκαν επί Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα.
       Η Λύδδα των πρώτων Χριστιανικών αιώνων ήταν έδρα επισκόπου υπό το Μητροπολίτη Καισαρείας, αλλά έπειτα έγινε Αρχιεπισκοπή.
       Στη Λύδδα έγινε η σύνοδος κατά του Πελαγίου, το 415, που έλεγε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τα έργα του, χωρίς να έχει ανάγκη της θείας χάριτος.


       Ποιος έκτισε το ναό του Αγίου Γεωργίου δε γνωρίζουμεν ακριβώς, επειδή δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Άλλοι αναφέρουν ως κτίτορα το Μέγα Κωνσταντίνο, κυρίως οι συναξαριστές, και άλλοι τον Ιουστινιανό. Ο επίσκοπος Τύρου, Γουλιέλμος, λέγει ότι ο ναός κτίστηκε από τον Ιουστινιανό, αλλά ο ιστορικός Προκόπιος, που έγραψε περί των κτισμάτων του Ιουστινιανού, δεν αναφέρει τίποτα. Στους πρώτους πάντως χριστιανικούς αυτούς αιώνες πήρε η Λύδδα και το όνομα Γεωργιούπολις προς τιμή του Αγίου, και όπως αναφέρουν οι συναξαριστές, στις 3 Νοεμβρίου, έγιναν τα εγκαίνια του ναού.

       Επί Χοσρόη, το 614 μ.Χ., ο ναός του Αγίου Γεωργίου δεν έπαθε καμμιά καταστροφή, επειδή οι Πέρσες περιορίστηκαν να φθάσουν μέχρι την Ιερουσαλήμ.
       Επί Μουσουλμανικής κυριαρχίας, τον 8ον αι., ο Σουλεϊμάν, ο υιός του Χαλίφη Αβδού Ελ Μάλεκ, κατεδάφισε τη Λύδδα αλλά το ναό του Αγίου Γεωργίου τον άφησε ανέπαφο, επειδή οι Μωαμεθανοί σέβονται τον Άγιο και του έχουν δώσει το όνομα Χάντερ (HADER), που σημαίνει πράσινος.


      Επί Χαλίφου Χάκεμ, το 1010 μ.Χ., ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών, και καταστράφηκε ο ναός της Λύδδας, αλλά πριν την έλευση των Σταυροφόρων τον ανακαίνισε κατ' άλλους ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος ή οι εντόπιοι με τη βοήθεια των Βυζαντινών και κατ' άλλους ο Στέφανος της Ουγγαρίας.
       Αναφέρεται ότι μετά την καταστροφή του Χάκεμ και την ανακαίνιση του ναού, έγινε άλλη μία καταστροφή από τους Μωαμεθανούς στο ναό, και τον ανακαίνισαν οι Σταυροφόροι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή μετά τη μάχη της Αντιοχείας, οι σταυροφόροι ήλθαν στη Λύδδα για να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Άγιο Γεώργιο, που τους βοήθησε. Εκεί βρήκαν μεγαλοπρεπή ναό, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής εκείνης. Μόνο ο Γουλιέλμος, αρχηγός των Σταυροφόρων, αναφέρει ότι λίγο πριν την έλευση των Σταυροφόρων, οι Μωαμεθανοί κατέστρεψαν το ναό, αλλά αυτό αντιφάσκει με τα προαναφερθέντα.
       Σε όλη την διάρκεια του Σταυροφοριακού βασιλείου η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις ήταν υπό τους Σταυροφόρους.


      Το Λατινικό Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ κατά τα πρώτα έτη της επικρατήσεως των Σταυροφόρων, απετελείτο από την Ιερουσαλήμ, την Ιόππη (Γιάφφα), και τη Λύδδα.
      Ο Ιωάννης ο Φωκάς, το 1185, ήλθε στη Λύδδα και γράφει για το ναό του Αγίου Γεωργίου ότι κάτω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο τάφος του Αγίου, όπως του είπαν οι κληρικοί του ναού. Ο Λατίνος επίσκοπος έβγαλε τις πλάκες του ναού και βρήκε το σπήλαιο, που ήταν ο τάφος του Αγίου Γεωργίου, αφού προηγουμένως ο τάφος δεν φαινόταν και οι προσκυνητές προσκυνούσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο άνθρωποι προσπάθησαν να σηκώσουν την πλάκα του τάφου, αλλά βγήκε φωτιά, που άφησε τον ένα ημικαή και τον άλλο πεθαμένο.


       Μετά τη μάχη της Χαττήν, η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις, ήλθαν στα χέρια των Μωαμεθανών, με αρχηγό τον Σαλαχεντίν, οι οποίοι κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου.
      Το 1191 μ.Χ., το ίδιο έτος της καταστροφής, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανά τη Λύδδα, και επισκεύασε το ναό και ήλθε σε συνθηκολόγηση με τον αρχηγό των Μωαμεθανών, Σαλαχεντίν, αλλά η συνθήκη δεν κράτησε πολύ, επειδή το 1291 οι Σαρακηνοί έδιωξαν τους Σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου της Λύδδας.


       Ο ναός του Αγίου Γεωργίου έμεινε κατεστραμμένος έως το 1349 μ.Χ., οπότε ο αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννης Κατακουζηνός, έστειλε πρέσβεις στο Σουλτάνο της Αιγύπτου, Νασρεντίν Χασάν Ίμπιν Ελ Νάσσερ, για την ανακαίνιση των ιερών προσκυνημάτων της Παλαιστίνης, όπως και ανακαινίσθηκαν.
       Το 1442, ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών της Παλαιστίνης επί Σουλτάνου της Αιγύπτου Αλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, που κατέστρεψε το ναό και το δυτικό μέρος το μετέτρεψε σε τζαμί. Τότε επίσης πρέπει να πήρε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και χρησιμοποίησε πέτρες της Εκκλησίας για την κατασκευή της γέφυρας του Ντάχερ.


      Όπως φαίνεται από την Ιστορία της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, ο ναός του Αγίου Γεωργίου ανακαινίστηκε μετά το 1517 επί Σουλτάνου Σελήμ του Α', που έδιωξε τους Μαμελούκους και έδωσε ελευθερία για την εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων στους Χριστιανούς.
       Για την τελευταία καταστροφή του ναού του Αγίου Γεωργίου δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά υπάρχουν δύο πιθανότητες. Η πρώτη είναι ότι στις αρχές του 19ου αι. καταστράφηκε από τους γενίτσαρους, επειδή τότε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έπαθε μεγάλο πλήγμα από εκείνους.

 Η δεύτερη είναι όταν το 1837 μ.Χ. καταστράφηκε από σεισμό, που έγινε στην περιοχή, εξαιτίας του οποίου έπεσε η σκεπή του ναού και το ιερό του Παρεκκλησίου των Εισοδίων της Θεοτόκου.
       Το 1871, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Κύριλλος ο Β', ανακαίνισε το ναό και επιπλέον μαρμαρόστρωσε το πάτωμα και τον τάφο του Αγίου Γεωργίου. Εκείνη η ανακαίνιση ήταν η τελευταία. Έκτοτε γίνονται μικρές ανακαινίσεις.     

3 Νοεμβρίου – Ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου

Великомученик Георгий Победоносец
Σήμερα 3 Νοεμβρίου εορτάζεται η Ανακομιδή των Λειψάνων του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρα και Τροπαιοφόρου και τα εγκαίνια Ναού του στη Λύδδα της Ίόππης (Παλαιστίνη). Μετά την κατάπαυση των διωγμών και την επικράτηση του χριστιανισμού σ’ όλο το Ρωμαϊκό κράτος, επί Μεγάλου Κωνσταντίνου, οι χριστιανοί ανήγειραν μεγαλοπρεπή Ναό στη Λύδδα της Ίόππης, όπου μετακόμισαν το ιερό λείψανο του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου, για να το προσκυνούν πλέον άφοβα.Έγιναν δε μετά την κατάθεση του Ιερού λειψάνου και τα εγκαίνια του Ναού στις 3 Νοεμβρίου και από τότε κάθε χρόνο ή Εκκλησία μας, τελεί κατά την ήμερα αυτή την εορτή της ανακομιδής των Ιερών λειψάνων του μεγαλομάρτυρα, προς δόξαν Θεού.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΟ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ





Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου οικοδομήθηκε το 1840, εντός του Παλαιού Φρουρίου, για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των Άγγλων στρατιωτών που υπηρετούσαν στην Κέρκυρα την περίοδο της Αγγλικής Προστασίας (1814 – 1864).Για την κατασκευή του ναού χρησιμοποιήθηκαν υλικά απο τα γκρεμισμένα σπίτια της γύρω περιοχής  Το 1865, με την ενσωμάτωση της Κέρκυρας στην Ελλάδα, η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, από Αγγλικανικός Ναός μετατράπηκε σε Ορθόδοξος, τα εγκαίνια του οποίου πραγματοποιήθηκαν την 21η Μαρτίου 1865 και ο τότε μητροπολίτης της Κέρκυρας, Αθανάσιος Πολίτης, τον αφιέρωσε στον Άγιο Γεώργιο, προστάτη του Πεζικού σώματος.Τότε κοσμήθηκε με το παλαιό τέμπλο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, έργο του επιφανούς Κρητικού αγιογράφου, Εμμανουήλ Τζάννε. Το τέμπλο ήταν δωρεά της οικογένειας Βούλγαρη. Ο ναός είναι γεωργιανού ρυθμού και μπορεί να φιλοξενήσει εκκλησίασμα 4.000 πιστών. Στο εξωτερικό του έξη κίονες δωρικού ρυθμού στηρίζουν τριγωνικό επιστέγασμα. Εσωτερικά η μορφή του έχει αλλάξει λόγω των καταστροφών που υπέστη κατά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο. Αρχικά δύο σειρές στύλων χώριζαν τον ναό σε τρία μέρη κατά την τρίκλιτη βασιλική τεχνοτροπία. Πάνω στους κίονες στηριζόταν ο γυναικωνίτης στις τρεις πλευρές του ναού. .Όπως και οι περισσότερες εκκλησίες της Κέρκυρας, έτσι και ο ναός του Αγίου Γεωργίου, υπέστη σοβαρές ζημιές από τους γερμανικούς βομβαρδισμούς την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου(1943). 

Στο ναό αυτό εναπόθεσαν οι κάτοικοι της Πάργας τις εικόνες των εκκλησιών της πόλης, όταν αυτή εκχωρήθηκε από τους Άγγλους και τον Αρμοστή Μαίτλαντ στον Αλή Πασά, το 1819, και πολλοί κάτοικοί της φιλοξενήθηκαν στην Κέρκυρα. Οι εικόνες έμειναν στο ναό του Αγίου Γεωργίου έως την 25η Μαρτίου του 1930, όταν ο Μητροπολίτης Κερκύρας Αθηναγόρας και αργότερα Οικουμενικός Πατριάρχης τις λιτάνευσε στους δρόμους της πόλης και τις παρέδωσε στους Παργίους που τις επέστρεψαν στην πόλη τους με το θωρηκτό «Αβέρωφ». 

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου θεωρείται από τις μεγαλύτερες σε μέγεθος της πόλης και ανήκει στον τύπο της τρίκλιτης βασιλικής με υπερώο. Η αρχιτεκτονική και η δόμηση του ναού βασίστηκε σε σχέδια ενός Άγγλου αξιωματικού μηχανικού, του Antony Emmet και θυμίζει αρχαίο δωρικό ναό.

Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου λειτουργεί μόνο μια φορά το χρόνο, την ημέρα που γιορτάζεται η μνήμη του Αγίου Γεωργίου.