Ο Άγγελος ήταν ευλαβής και η ζωή του πολύ προσεκτική. Είχε πόθο να γίνη καλόγερος και να αφιερωθή στον Θεό. Ως λαϊκός ήξερε τους χαιρετισμούς της Παναγίας απ’ έξω και τους έλεγε κάθε μέρα. Ήταν αδύνατο να κοιμηθή, όση δουλειά κι αν είχε, όσο κουρασμένος και αν ήταν, χωρίς να πη τους Χαιρετισμούς. Όταν ενηλικιώθηκε έγινε Αστυνομικός. Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και την προσευχή. Απεφάσισε πλέον να γίνη μοναχός και το πραγματοποίησε.
Την προηγούμενη μέρα, την Κυριακή, λειτουργήθηκε στο Ληξούρι σε μία Εκκλησία. Πήγε από νωρίς. Μόλις μπήκε στο ναό βλέπει ένα νέο ψηλό με ρωμαλέο σώμα. Είχε στρατιωτική ενδυμασία με χλαμύδα σαν αρχαίος. Δεν περιεργάστηκε ποιός είναι αυτός ο νέος, αλλά εκείνος του έκανε νόημα να πάη κοντά του. Δεν έδωσε σημασία. Έφυγε ο νέος, πήγε πίσω από την Αγία Τράπεζα και του ξανάκανε νόημα να πλησιάση. Ο Άγγελος πάλι δεν έδωσε σημασία και δεν μπήκε στο Ιερό. Κάθησε στην θέση του και όταν τελείωσε η Λειτουργία πήγε σπίτι του.
«Τι θα κάνεις εκεί; Έλα στο Άγιον Όρος, στο Περιβόλι της Παναγίας, το Άγιον Όρος ένα είναι». Του είπε διάφορα ο καλόγερος και άλλαξε γνώμη. Έτσι απεφάσισε να πάη μαζί του στο Άγιον Όρος. Έφθασαν στον Πειραιά, με καράβι στην Θεσσαλονίκη και από κει στην Δάφνη. Ο καλόγερος ήταν από του Εσφιγμένου. Ο Άγγελος πήγε να προσκυνήση στην Σιμωνόπετρα. Ρώτησε αν έχη άλλο μοναστήρι κοντά και πήγε στου Γρηγορίου, και από κει Διονυσίου και εν συνεχεία Αγίου Παύλου. Όλα αυτά τα προσκύνησε σε μία μέρα με τα πόδια. Ήταν Σεπτέμβριος του 1934.
Στον Άγιο Παύλο έφθασε την ώρα του Εσπερινού. Μπήκε στην Εκκλησία να προσκυνήση και βλέπει την εικόνα του αγίου Γεωργίου στο τέμπλο δεξιά. Κοιτάει προσεκτικά, ξανακοιτάει, αναρωτιέται: «Πού την είδα αυτήν την εικόνα;». Θυμάται. «Την εικόνα δεν την είδα, αλλά αυτό το παλληκάρι, (τον άγιο Γεώργιο) το είδα! Αυτός ήταν στην Εκκλησία, στον Παντοκράτορα στο Ληξούρι. Αυτός ήταν! Δεν θα φύγω. Εδώ θα μείνω». Έτσι έμεινε και έβαλε μετάνοια για δόκιμος.
Ηγούμενος τότε ήταν ο Σεραφείμ. Βλέποντας την ωριμότητά του, την ευλάβεια, την πρόθυμη υπακοή και τον αγωνιστικό του ζήλο, μετά από τέσσερις μήνες, στις 16 Ιανουαρίου 1935, τον έκαναν ρασοφόρο και στις 25 του αυτού μηνός τον έκριναν άξιο να λάβη το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα με το όνομα Ανδρέας. Μετά από ένα μήνα τον έκαναν διάκο και σε έξι μήνες, στις 28 Ιουλίου, τον χειροτόνησαν ιερέα. Μέσα σε δέκα μήνες έγιναν όλα και ήταν τότε ο ιερομόναχος Ανδρέας 31 ετών. Τότε κατάλαβε γιατί ο άγιος Γεώργιος τον καλούσε κοντά του. Πρώτα τον κάλεσε στο Μοναστήρι του και μετά μέσα στο Άγιο Βήμα (εννοούσε την ιερωσύνη). Όλα είχαν έναν προϊδεασμό.
Από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική παράδοση, Άγιον Όρος 2011, σελ. 197.
https://www.koinoniaorthodoxias.org
Στον Άγιο Παύλο έφθασε την ώρα του Εσπερινού. Μπήκε στην Εκκλησία να προσκυνήση και βλέπει την εικόνα του αγίου Γεωργίου στο τέμπλο δεξιά. Κοιτάει προσεκτικά, ξανακοιτάει, αναρωτιέται: «Πού την είδα αυτήν την εικόνα;». Θυμάται. «Την εικόνα δεν την είδα, αλλά αυτό το παλληκάρι, (τον άγιο Γεώργιο) το είδα! Αυτός ήταν στην Εκκλησία, στον Παντοκράτορα στο Ληξούρι. Αυτός ήταν! Δεν θα φύγω. Εδώ θα μείνω». Έτσι έμεινε και έβαλε μετάνοια για δόκιμος.
Ηγούμενος τότε ήταν ο Σεραφείμ. Βλέποντας την ωριμότητά του, την ευλάβεια, την πρόθυμη υπακοή και τον αγωνιστικό του ζήλο, μετά από τέσσερις μήνες, στις 16 Ιανουαρίου 1935, τον έκαναν ρασοφόρο και στις 25 του αυτού μηνός τον έκριναν άξιο να λάβη το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα με το όνομα Ανδρέας. Μετά από ένα μήνα τον έκαναν διάκο και σε έξι μήνες, στις 28 Ιουλίου, τον χειροτόνησαν ιερέα. Μέσα σε δέκα μήνες έγιναν όλα και ήταν τότε ο ιερομόναχος Ανδρέας 31 ετών. Τότε κατάλαβε γιατί ο άγιος Γεώργιος τον καλούσε κοντά του. Πρώτα τον κάλεσε στο Μοναστήρι του και μετά μέσα στο Άγιο Βήμα (εννοούσε την ιερωσύνη). Όλα είχαν έναν προϊδεασμό.
Από το βιβλίο: Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορειτική παράδοση, Άγιον Όρος 2011, σελ. 197.
https://www.koinoniaorthodoxias.org


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου